ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Διπλό στοίχημα για τις τράπεζες η Famar

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η είδηση πως οι τράπεζες παίρνουν τη φαρμακευτική εταιρεία Famar, συμφερόντων μελών της οικογενείας Μαρινόπουλου, έπεσε ως βόμβα στην αγορά στις αρχές του 2017. Πολλοί υποψιάζονταν πως οι μετοχές της λουξεμβουργιανής εταιρείας συμμετοχών, Famar S.A., μέτοχος η ίδια μιας διεθνούς φαρμακευτικής αυτοκρατορίας, είχαν ενεχυριαστεί από μέλη της οικογένειας έναντι δανείων που είχαν χρηματοδοτήσει τις κλυδωνιζόμενες δραστηριότητες στο ελληνικό λιανεμπόριο. Ομως, ελάχιστοι πίστευαν πως ο έλεγχος της Famar «θα χανόταν». Και όμως έγινε. Οι τέσσερις συστημικές πιστώτριες τράπεζες κινήθηκαν για να αποκτήσουν το 100% της holding όταν είδαν τις χορηγήσεις τους στην ελληνική αλυσίδα λιανεμπορίου να υπάγονται στις πρόνοιες του πτωχευτικού δικαίου. Κάποιοι τότε πίστεψαν πως ήταν αυτή καθεαυτή η φαρμακευτική που είχε πρόβλημα και ζητούσε προστασία από τους πιστωτές. Ομως η πραγματικότητα, όπως την εξηγούν στην «Κ» τραπεζίτες που ξενύχτησαν πολλά βράδια πάνω από την υπόθεση, είναι διαφορετική: Ναι μεν η φαρμακοβιομηχανία χρειαζόταν πρόσθετη χρηματοδότηση, πλην όμως η θρυαλλίδα ήταν η καταγγελία άλλων δανείων. Οι τράπεζες σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες πήραν τις μετοχές της holding που είχαν ως εξασφάλιση για δάνεια της τάξεως των 300 εκατ.

Με το 100% του βασικού μετόχου της φαρμακευτικής στο χαρτοφυλάκιό τους, πέρασαν τον έλεγχο της εταιρείας στην Pillarstone. Το επενδυτικό σχήμα που ελέγχει η Kohlberg Kravis Roberts & Co (KKR), με το οποίο τον Μάιο του 2016 η Alpha Bank και η Eurobank υπέγραψαν συμφωνία για την ανάθεση της διαχείρισης των χρηματοπιστωτικών ανοιγμάτων επιλεγμένων ελληνικών επιχειρήσεων και συμμετοχών τους. Ηταν ταυτόχρονα η πρώτη αλλά και μια πολύ μεγάλη εταιρεία που αναλάμβανε η Pillarstone. Η Pillarstone σε λίγες μέρες θα παρουσιάσει στους νέους μετόχους της Famar, τις ελληνικές τράπεζες, το business plan για την επαύξηση της αξίας της, ώστε αυτές να μπορέσουν να διαπιστώσουν και τον χρονικό ορίζοντα που θα μπορέσουν να αποεπενδύσουν από αυτήν.

Το στοίχημα είναι μεγάλο και διπλό και θα αποτελέσει δείγμα γραφής της διαχείρισης τέτοιων συμμετοχών από την Pillarstone και επιδιώκεται η μέγιστη δυνατή ανάκτηση της αξίας των δανείων που κεφαλαιοποίησαν μετατρέποντάς τα σε μετοχές. Προχωρούν, ήδη, στην τοποθέτηση νέου management, αφού το τελευταίο διάστημα, οπότε και «έτρεχε» η διαδικασία αλλαγής των μετόχων, επικεφαλής της φαρμακοβιομηχανίας ήταν η 45χρονή Γαλλίδα νομικός Κατρίν Καλοπίσις. Η απόκτηση των μετοχών από τις ελληνικές τράπεζες, πιστωτές της εταιρείας, πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της γαλλικής προπτωχευτικής διαδικασίας στην οποία εισήλθε η εταιρεία Famar με σκοπό την αναδιάρθρωσή της.

Η Famar, σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, έκλεισε το 2016 με κύκλο εργασιών της τάξεως των 400 εκατ. ευρώ (έναντι περίπου 445 εκατ. το 2015) και οριακή μόνον λειτουργική κερδοφορία. Είναι αυτή η εικόνα των οικονομικών που κατέστησε δύσκολη την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών της και δημιούργησε την ανάγκη για πρόσθετη χρηματοδότηση, η οποία προήλθε αποκλειστικά από τις πιστώτριες τράπεζες. Διότι οι 4 τράπεζες-μέτοχοι χρηματοδοτούν και με άλλα 40 εκατομμύρια ευρώ τη γαλλική φαρμακευτική και τις ανά τον κόσμο θυγατρικές ή συνδεόμενες εταιρείες συμπεριλαμβανομένων των εν Ελλάδι μονάδων της. Πρέπει να σημειωθεί πως η Famar έχει κι άλλους πιστωτές. Πέντε ξένα funds που έχουν χορηγήσει 150 εκατ. περίπου ευρώ (Foxtrot credit facility) στη φαρμακοβιομηχανία και θέλουν να δουν το ρίσκο τους να περιορίζεται. «Οι πιστωτές της Famar εξεπλάγησαν μάλλον ευχάριστα όταν είδαν την πλατφόρμα της KKR να αναλαμβάνει το restructuring και τις τέσσερις ελληνικές τράπεζες να βάζουν φρέσκο χρήμα» εξηγεί πηγή σε άμεση επαφή με τη διαδικασία. Πεποίθηση (και προσδοκία) των τραπεζών και της Pillarstone είναι πως οι συμμετοχές αυτές μπορεί να αποκτήσουν μεγάλη αξία, καλύπτοντας ενδεχομένως μεγάλο μέρος της έκθεσης που είχαν στον συγκεκριμένο όμιλο.

Ο μεγαλύτερος μέτοχος της φαρμακοβιομηχανίας σήμερα είναι η Alpha Bank που απέκτησε το 47,04% των μετοχών της εταιρείας Famar S.A., έναντι τιμήματος τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα λεπτών... Ολη η holding δηλαδή άλλαξε χέρια έναντι 10 ευρώ αλλά και μερικών εκατοντάδων εκατομμυρίων καταγγελθέντων πρακτικά δανείων. Το ακριβές ποσό παραμένει επτασφράγιστο μυστικό μεταξύ των τραπεζών, των εποπτών τους Ελλήνων και Ευρωπαίων και των ορκωτών λογιστών τους. Οπως και οι προβλέψεις που είχαν λάβει.

Το χρονικό των αστοχιών που έφεραν την κατάρρευση

Από τη μια μέρα στην άλλη η Famar, από το πολυτιμότερο πετράδι του στέμματος του ομίλου Μαρινόπουλου, ήθελε κεφάλαια από τις τράπεζες για να κρατηθεί ζωντανή και πριν εκπνεύσει το 2016 κατέθετε προσφυγή για προστασία από πιστωτές στο Παρίσι. Τι συνέβη; Πώς από πολύφερνη νύφη για ξένους επενδυτές, όπως εμφανιζόταν στην Ελλάδα εντάχθηκε στο προπτωχευτικό δίκαιο της Γαλλίας; Με τι χρήματα σχεδίαζε ο όμιλος να πραγματοποιήσει νέες εξαγορές σε Ισπανία και Καναδά, κινήσεις που επικοινωνούνταν μέχρι τελευταίας στιγμής;

Ο κλάδος διεθνώς δεν αντιμετώπιζε κάποια διαρθρωτική κυκλική κρίση. Τα περί κακοδιαχείρισης που συζητήθηκαν στον απόηχο της είδησης μάλλον δεν δίνουν επαρκή εξήγηση. Μια επίσημη, αλλά επίσης όχι επαρκής, εξήγηση δόθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 2016, όταν η ελληνική ΦΑΜΑΡ ΑΒΕΕ (η οποία ελέγχεται από τη λουξεμβουργιανή Famar S.A. που πέρασε μερικούς μήνες μετά στις ελληνικές τράπεζες) δημοσίευσε ισολογισμό της προηγούμενης χρήσης. Σε αυτό ανέφερε πως «ο όμιλος βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις για ορισμένους χρηματοοικονομικούς δείκτες που αφορούν τον υφιστάμενο δανεισμό του», καθώς και ότι «το διοικητικό συμβούλιο εξέτασε τις προβλέψεις διαθεσίμων του ομίλου, οι οποίες βασίζονται στις κύριες βασικές παραδοχές: υψηλότερο επίπεδο παραγγελιών, συναλλαγές που πρέπει να επιτευχθούν με τα συνδεδεμένα μέρη και διάθεση των μη βασικών περιουσιακών στοιχείων».

Δηλαδή η επιβίωση θα κρινόταν από την εξασφάλιση νέων παραγγελιών, λεφτά από τους μετόχους και πωλήσεις μονάδων και παράλληλα προϋπέθετε τη συναίνεση των πιστωτών. Τίποτα από όλα αυτά δεν προχώρησε. Οι πιστωτές τότε δεν ήταν οι ελληνικές τράπεζες αλλά, όπως παραμένουν και σήμερα, μερικά μεγάλα ξένα funds που είχαν χορηγήσει περί τα 150 εκατ. δάνειο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές, αριθμοδείκτες επί των οικονομικών, δεν πληρούνταν πλέον. Γι’ αυτό και σε άλλο σημείο της έκθεσης σημειώνεται πως «η διοίκηση του ομίλου βρίσκεται σε συζητήσεις με τους δανειστές και εκτιμά ότι η Famar Holding θα αποκτήσει τις απαιτούμενες παραιτήσεις και επαναφορά των οικονομικών δεικτών σε αποδεκτά επίπεδα πριν από το τέλος του 2016».

Οι μέτοχοι λεφτά δεν έβαλαν και οι επιπλέον πωλήσεις δεν έρχονταν. Οι ξένοι επενδυτές ήρθαν σε επαφή με τις ελληνικές τράπεζες που «κυνηγούσαν» ήδη τις μετοχές της holding για άλλα δάνεια των μετόχων που δεν σχετίζονταν με τη Famar και έπειτα από μεταξύ τους συμφωνία (που περιέλαβε τη χρηματοδότηση με 40 εκατ. από τις ελληνικές τράπεζες), κατέληξε η Famar στο γαλλικό προπτωχευτικό κώδικά και από εκεί στην Pillartsone.

Ομως, σύμφωνα με ελληνικές τραπεζικές πηγές η απάντηση για την απογοητευτική πορεία των οικονομικών μεγεθών της Famar βρίσκεται στο γεγονός πως με τον ενδοοικογενειακό διαχωρισμό της περιουσίας του ομίλου Μαρινόπουλου (άλλες οικογένειες κράτησαν τη φαρμακοβιομηχανία και άλλη τα σούπερ μάρκετ και ορισμένες άλλες εταιρείες) λίγα χρόνια πριν, το 2014, «επήλθε μια περίοδος αναποφασιστικότητας και η φαρμακοβιομηχανία βρέθηκε de facto στον αυτόματο πιλότο».

Το θέμα των ενδοοικογενειακών συμμετοχών και των αλλαγών που δρομολόγησε η οικογένεια τα προηγούμενα χρόνια είναι τόσο περίπλοκο που ακόμα και σήμερα πιστωτές που αναζητούν απαιτήσεις τους συχνά εκτελούν σε «λάθος» συμφέροντα. Νομικοί κύκλοι αναφέρουν στην «Κ» πως μόλις πριν από ένα μήνα, τον Αύγουστο, δικηγόροι των ελληνικών τραπεζών που επιχείρησαν να ανακτήσουν απαιτήσεις τους από τη Famar, προσπάθησαν να εκτελέσουν κατάσχεση σε αλυσίδα café που ελέγχεται μετοχικά από διαφορετικά μέλη της οικογενείας.

Οι τρεις λόγοι που καθιστούν τις ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες ελκυστικές

Οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες και ειδικά αυτές που παράγουν φαρμακευτικά σκευάσματα για τρίτους ομίλους, αλλά και αυτές που διαθέτουν αξιόλογα τμήματα έρευνας και ανάπτυξης έχουν κατ’ επανάληψιν κατά την τρέχουσα δεκαετία αποδειχθεί στόχος εξαγορών από το εξωτερικό. Τόσο από μεγάλους φαρμακευτικούς ομίλους όσο και από επενδυτικά κεφάλαια. Οι δύο μεγαλύτερες εξ αυτών ήταν, αθροιστικά, συμφωνίες ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, εξηγούν στην «Κ» σύμβουλοι που συμμετείχαν στις αγοραπωλησίες αυτές. Επιπλέον και ξένοι κρατικά ελεγχόμενοι φορείς έχουν διερευνήσει και συνεχίζουν να διερευνούν την ελληνική αγορά είτε για να εξαγοράσουν εταιρεία είτε για να συνάψουν στρατηγικές συμφωνίες-συνεργασίες. Στην τελευταία κατηγορία επενδυτών περιλαμβάνονται τόσο οργανισμοί από τη Ρωσία όσο και από την Κίνα. Η δυνατότητα ανταγωνιστικά τιμολογημένης παραγωγής με στόχο τόσο την εσωτερική αγορά όσο και κυρίως τις ευρωπαϊκές αγορές είναι ο ένας λόγος. Αλλοι δύο είναι η υψηλή ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών, αλλά και η γεωγραφική εγγύτητα της Ελλάδος με μεγάλες αγορές και εμπορικούς άξονες.

Ολα αυτά στο πλαίσιο μιας διεθνούς τάσης των τελευταίων δεκαετιών από πλευράς των μεγάλων φαρμακοβιομηχανιών να εκχωρούν την παραγωγή φαρμάκων τους σε τρίτους, προκειμένου να μειώνουν τα κόστη τους και να επικεντρώνονται στην έρευνα και την ανάπτυξη νέων φαρμάκων. Για τη Famar, που διαθέτει παραγωγικές μονάδες στην Ελλάδα αλλά και την υπόλοιπη Ευρώπη και πλέον και στον Καναδά, οι νέοι της μέτοχοι, οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες, ευελπιστούν ότι, όταν βελτιωθούν τα οικονομικά της μεγέθη, θα υπάρξει σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον. Πόσο μάλλον που η εξεύρεση αγοραστών διευκολύνεται από την εμπλοκή της  Pillarstone της KKR στη διαδικασία.

Το πρώτο πραγματικά μεγάλο deal στον κλάδο για την Ελλάδα έγινε το 2011, όταν η εισηγμένη στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης Watson Pharmaceuticals εξαγόρασε την ελληνική εταιρεία παραγωγής γενοσήμων φαρμάκων Specifar έναντι 400 εκατ. ευρώ σε μετρητά. Τη συμφωνία είχαν δουλέψει τότε, μεταξύ άλλων, η Rothschild και η Jefferies. Τι ήθελε η πολυεθνική Watson από την ελληνική φαρμακευτική; Την έρευνα και την ανάπτυξη, την παραγωγή, τη διανομή και την προώθηση γενοσήμων (generics) φαρμάκων που έκανε η Specifar, με σκοπό να κάνει πιο ανταγωνιστική τη δραστηριότητά της μέσω της εκχώρησης μέρους της παραγωγής της σε αυτήν. Η εξαγορά επέτρεψε στη Watson να μετατρέψει πρόσθετα προϊόντα τα οποία εμπορεύεται κατόπιν άδειας χρήσης σε προϊόντα που παρασκευάζει η ίδια στην Ελλάδα.

Λίγα χρόνια μετά, το 2015, και ενώ η ελληνική έρευνα και ανάπτυξη στο φάρμακο «κέρδιζε φίλους» διεθνώς, όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά επενδυτικοί τραπεζίτες, το βρετανικό private equity BC Partners υπέγραψε συμφωνία για την απόκτηση πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της ελληνικής φαρμακευτικής Pharmathen. Ενα χρόνο νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 2014, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων υπέγραφε σύμβαση πενταετούς διάρκειας ύψους 25 εκατ. ευρώ με τη φαρμακοβιομηχανία για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων έρευνας, ανάπτυξης και καινοτομίας της εταιρείας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ