ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φοροδοξίες: Γνωρίζετε ότι...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

• Καθορίστηκαν οι εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες θα δοθεί προτεραιότητα στον φορολογικό έλεγχο, με πρόσφατη απόφαση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ). Κατ’ αρχήν, ο φορολογικός έλεγχος επικεντρώνεται στις χρήσεις που ξεκινούν από το 2011 και μετά, καθώς με βάση τον γενικό κανόνα της πενταετούς παραγραφής, οι συγκεκριμένες χρήσεις δεν έχουν παραγραφεί. Εάν, ωστόσο, δεν είχε υποβληθεί στο παρελθόν φορολογική δήλωση, ο έλεγχος μπορεί να φτάσει μέχρι και τη χρήση 2001 (15ετία), ενώ εάν έχουν προκύψει συμπληρωματικά στοιχεία, ο έλεγχος «προτεραιοποιείται» για τις χρήσεις από το 2006 και εφεξής (10ετία). Τέλος, σε περιπτώσεις ποινικής φοροδιαφυγής, ο φορολογικός έλεγχος θα επικεντρωθεί σε εκκρεμείς υποθέσεις ελέγχου που αφορούν τις χρήσεις 2008 και έκτοτε. Οι παραπάνω οδηγίες ισχύουν για τις φορολογίες εισοδήματος και ΚΒΣ, καθόσον για τις φορολογίες ΦΠΑ, κεφαλαίου και τελών χαρτοσήμου ισχύουν διαφορετικοί χρόνοι παραγραφής. Ως εκκρεμείς υποθέσεις ελέγχου νοούνται οι προτεραιοποιημένες υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρων και προστίμων.

• Η παραπάνω προτεραιοποίηση ναι μεν δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με τη ρύθμιση του ζητήματος των παραγραφών, πλην όμως είναι εμφανές ότι έχει επηρεαστεί από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η ΑΑΔΕ έτσι φαίνεται να θεωρεί χαμηλού φορολογικού ενδιαφέροντος τις υποθέσεις προ 2006, εφόσον είχε υποβληθεί αρχική δήλωση. Κρίσιμο είναι πλέον να καθοριστεί από τη νομολογία του ΣτΕ α) η έννοια των συμπληρωματικών στοιχείων, βάσει των οποίων η παραγραφή είναι 10ετής, και β) κατά πόσον είναι συνταγματικά επιτρεπτό να παρατείνεται η παραγραφή για τα έτη από το 2008 και μετά λόγω (υπόνοιας προφανώς;) μεγάλης φοροδιαφυγής, άνω των 100.000 ευρώ (ή 50.000 ευρώ για ΦΠΑ), με νόμους που ψηφίστηκαν το 2013 και το 2015.

• Η νομολογία του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών έχει κρίνει ότι δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία οι καταστάσεις τραπεζικών καταθέσεων ημεδαπής (ΔΕφ. Αθηνών 3820/2016). Συγκεκριμένα, τα στοιχεία των τραπεζικών καταθέσεων του φορολογουμένου στις ημεδαπές τράπεζες βρίσκονταν ανά πάσα στιγμή στη διάθεση του φορολογικού ελέγχου ή, τουλάχιστον, ο φορολογικός έλεγχος μπορούσε ανά πάσα στιγμή να λάβει γνώση αυτών. Για τον λόγο αυτό, τα εν λόγω στοιχεία δεν μπορούν να χαρακτηριστούν στοιχεία τα οποία δεν είχε ούτε μπορούσε να έχει δικαιολογημένα υπόψη του ο έφορος κατά τον αρχικό έλεγχο ή την αρχική φορολογική εγγραφή. Επιπλέον, για τις καταθέσεις αλλοδαπής, εάν δηλώνονταν στην Ελλάδα οι τόκοι, οι πληροφορίες για καταθέσεις αυτές μπορούν άραγε να θεωρηθούν νέο στοιχείο, τη στιγμή που οι τόκοι είχαν δηλωθεί; Αναφορικά με τη διαφοροποίηση του χρόνου παραγραφής βάσει ποσού, το ΣτΕ έχει αποφανθεί (ΣτΕ Ολομ. 1738/2017) ότι η λήξη της παραγραφής πρέπει να προσδιορίζεται στον νόμο συγκεκριμένα, σε αναφορά με συγκεκριμένο χρονικό σημείο, και να μην εξαρτάται από ενέργειες δημοσίας αρχής (π.χ. από έκδοση ή και κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή από το ύψος του ποσού, στο οποίο η διοίκηση θα προσδιορίσει τις υποχρεώσεις του διοικουμένου).

• Ζήτημα προκύπτει από την αποστολή εντολών ελέγχων σε μεγάλες επιχειρήσεις από τις φορολογικές αρχές, αναφορικά με τις χρήσεις 2011, 2012 και 2013, ενώ έχουν λάβει πιστοποιητικό φορολογικής συμμόρφωσης από νόμιμους ελεγκτές και παρήλθε το διάστημα που όριζε ο νόμος και οι εφαρμοστέες υπουργικές αποφάσεις για τον επανέλεγχο. Συγκεκριμένα, για τη χρήση 2011 μπορούσε να γίνει δειγματοληπτικός έλεγχος έως 30.4.2014 και για τις χρήσεις 2012 έως 2013 εντός 18μήνου από την υποβολή του πιστοποιητικού φορολογικής συμμόρφωσης. Με βάση την ΑΥΟ ΠΟΛ 1034/2016 που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2016, καταργήθηκαν οι παραπάνω περιορισμοί, πλην όμως αυτή η αλλαγή δεν μπορεί να ισχύει αναδρομικά.

• Ποινική ευθύνη για το έγκλημα της φοροδιαφυγής μπορεί να στοιχειοθετηθεί και ύστερα από τον εξωλογιστικό προσδιορισμό των εισοδημάτων μιας επιχείρησης, σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1165/2016). Ο εξωλογιστικός προσδιορισμός αποτελεί μέθοδο υπολογισμού ενός «πλασματικού» εισοδήματος, το οποίο μπορεί να αποκλίνει σημαντικά από το πραγματικό εισόδημα της αντίστοιχης χρήσης και να οδηγεί τελικά σε ακόμη μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση την ελεγχόμενη επιχείρηση. Παρά ταύτα, με την παραπάνω απόφαση το δικαστήριο έκρινε ότι ο εξωλογιστικός προσδιορισμός αποτελεί νόμιμο τρόπο υπολογισμού του εισοδήματος, όταν είναι αδύνατος ο πραγματικός έλεγχος των εσόδων και δαπανών μιας επιχείρησης (επειδή, για παράδειγμα, τα φορολογικά βιβλία και στοιχεία δεν προσκομίζονται). Μάλιστα, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, η μη προσκόμιση των βιβλίων και στοιχείων υποδηλώνει και μπορεί να τεκμηριώσει την ύπαρξη πρόθεσης φοροδιαφυγής στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου της ελεγχόμενης επιχείρησης. Συνεπώς, η απόφαση αυτή είναι ιδιαιτέρως σημαντική, καθώς οδηγεί τελικά σε ποινική ευθύνη τον νόμιμο εκπρόσωπο μιας επιχείρησης για την αποφυγή πληρωμής φόρου, το ύψος του οποίου προέκυψε πλασματικά και δεν θα μπορούσε να είναι εξαρχής γνωστό στον ίδιο. Πάντως, με προηγούμενη νομολογία του ΣτΕ είχε κριθεί ότι ο εξωλογιστικός προσδιορισμός υπέχει χαρακτήρα κυρώσεως κατά του φορολογουμένου.

Πηγή: Grant Thornton

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ