ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι προεδρικές εκλογές στην Κύπρο

ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΠΟΛΥΒΙΟΥ*

Ο καταλυτικός ρόλος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου επιβεβαιώθηκε με την πανηγυρική εκλογή του και το 1968. Για τα επόμενα χρόνια, παρέμεινε ο μόνος εκλεγμένος ηγέτης του Ελληνισμού, κάτι που συνέβαλε και στη στοχοποίησή του από τη χούντα των Αθηνών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στις 25 Φεβρουαρίου 1968 έγιναν προεδρικές εκλογές στην Κύπρο, οι δεύτερες στην πολιτική ιστορία του νεαρού ανεξάρτητου κράτους, στην πραγματικότητα οι πρώτες που οργανώθηκαν από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είχαν περάσει οκτώ χρόνια ύστερα από την πρώτη εκλογική αναμέτρηση για την προεδρία του υπό σύσταση κράτους, τον Δεκέμβριο του 1959, στη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου από την αποικιακή διακυβέρνηση στην ανεξαρτησία, η οποία ανακηρύχθηκε επισήμως στις 16 Αυγούστου 1960. Εκείνες τις εκλογές τις είχε κερδίσει ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος (1913-1977) με ποσοστό 66,85%, ενώ ο ανθυποψήφιός του, Ιωάννης Κληρίδης (1887-1961), συγκέντρωσε ποσοστό 33,15%. Παρότι το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας προνοεί τη διεξαγωγή των προεδρικών (και των βουλευτικών) εκλογών κάθε πενταετία, οι διακοινοτικές ταραχές του 1963-1964 και η αποχώρηση των Τουρκοκύπριων πολιτειακών παραγόντων από τα αξιώματα που κατείχαν στην Κυπριακή Δημοκρατία κατέστησαν αδύνατη την εκλογική διαδικασία (έπρεπε κανονικά να γίνει το καλοκαίρι του 1965) και με απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων (23 Ιουλίου 1965), ύστερα από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου, η θητεία του προέδρου της Δημοκρατίας και του νομοθετικού σώματος παρατάθηκε για ένα έτος, «διά την ομαλήν, νόμιμον και απρόσκοπτον λειτουργίαν της πολιτείας και της διακυβερνήσεως της Δημοκρατίας». Ακολούθησαν άλλες δύο δωδεκάμηνες παρατάσεις της προεδρικής θητείας και της Βουλής, χωρίς εκλογές (1966 και 1967)· η τελευταία ενώ είχε ήδη επιβληθεί στην Ελλάδα η απριλιανή δικτατορία.

Στροφή προς την «εφικτή λύση»

Η επιβολή της χούντας στην Ελλάδα θα αποδεικνυόταν τραγικά καταλυτική για τη νεότερη κυπριακή ιστορία. Οι συνταγματάρχες θεώρησαν αφελώς ότι το Κυπριακό ήταν ένα ζήτημα που μπορούσε να λυθεί εύκολα υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, στο (νατοϊκό) πλαίσιο της «ειλικρινούς ελληνοτουρκικής προσέγγισης» και έσπευσαν στις συνομιλίες του Εβρου (Σεπτέμβριος 1967), όπου επιβεβαιώθηκαν οι τουρκικές θέσεις και η κραυγαλέα αβελτηρία του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος. Τον Νοέμβριο του 1967, με αφορμή την επέμβαση της Εθνικής Φρουράς στην Κοφίνου, όπου τα τουρκοκυπριακά φυλάκια ήλεγχαν την κεντρική οδική αρτηρία του νησιού, τον δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού, η Αγκυρα με τελεσίγραφό της και την απειλή εισβολής στην Κύπρο ή επίθεσης στον Εβρο, απαίτησε από τη δικτατορία και πέτυχε με ευκολία την απόσυρση της ελληνικής «Μεραρχίας» από το νησί, που είχε μεταφερθεί επί κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, το 1964, και την ανάκληση του στρατηγού Γρίβα, αρχηγού, μέχρι τότε, της Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοικήσεως Αμύνης Κύπρου (ΑΣΔΑΚ). Λίγες εβδομάδες αργότερα (29 Δεκεμβρίου 1967), οι Τουρκοκύπριοι, σαφέστατα ενισχυμένοι από τις εξελίξεις, προχώρησαν στην ανακήρυξη της «Προσωρινής Τουρκοκυπριακής Διοίκησης».

Τα νέα δεδομένα οδήγησαν τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο στην απόφαση να προκηρύξει εκλογές, διακηρύσσοντας παράλληλα την ιστορική στροφή του προς την «εφικτή λύση» στο Κυπριακό, αντί «της ευκταίας», δηλαδή της ένωσης με την Ελλάδα. Συγκεκριμένα, στις 12 Ιανουαρίου 1968, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας εξήγγειλε την απόφασή του για παραχώρηση «ωρισμένων προνομίων» στους Τουρκοκυπρίους, τη θέλησή του για προετοιμασία νέου Συντάγματος και τη διατύπωση ενός κειμένου που θα χρησίμευε ως βάση συζήτησης, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά την έναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών (ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 1968). Παράλληλα, δήλωσε: «Η αποτυχία του ελλαδοτουρκικού διαλόγου και η απόφασις της ελληνικής κυβερνήσεως περί αποχωρήσεως των από τριετίας και πλέον ευρισκομένων εν Κύπρω ελληνικών στρατευμάτων εδημιούργησαν καταστάσεις και δεδομένα, άτινα υπαγορεύουν ρεαλιστικήν αντιμετώπισιν του Κυπριακού προβλήματος. (…) Εφ’ όσον το Κυπριακόν ζήτημα εισήλθε προσφάτως εις την πλέον κρίσιμον φάσιν του και απαιτούνται σοβαραί πρωτοβουλίαι και γενναίαι αποφάσεις διά να εξέλθη από το σημερινόν αδιέξοδον, επιζητουμένης κατ’ ανάγκην της λύσεως εντός των πλαισίων του εφικτού, τα οποία δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα πλαίσια του ευκταίου, δεν δύναμαι να συνεχίσω τας υπηρεσίας μου από της θέσεως του Προέδρου άνευ ανανεώσεως της λαϊκής εντολής. Δεν λιποτακτώ εις στιγμάς κρισίμους, ουδέ εγκαταλείπω την έπαλξιν εν ώρα αγώνος. Απεφάσισα, όμως, να δώσω την ευκαιρίαν εις τον κυπριακόν λαόν να εκδώση περί εμού κρίσιν και απόφασιν ως προς τον χειρισμόν του Κυπριακού ζητήματος».

Οι υποστηρικτές και οι διαφωνούντες

Οι δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου προκάλεσαν έκπληξη, ακόμη και στους στενούς του συνεργάτες και το Υπουργικό Συμβούλιο, που είχαν ενημερωθεί μόλις το ίδιο πρωινό. Οι βουλευτές του «Πατριωτικού Μετώπου», του άτυπου κεντροδεξιού σχήματος που είχε την πλειοψηφία στη Βουλή, εξέφρασαν τη στήριξή τους στην υποψηφιότητα του Μακαρίου, όπως και το μόνο οργανωμένο κόμμα του τόπου, το ΑΚΕΛ, και οι προσκείμενές του οργανώσεις. Τη θερμή τους συνηγορία εξέφρασαν εκατοντάδες συνδικαλιστικές οργανώσεις, συντεχνίες, δήμοι και κοινότητες, αθλητικά σωματεία και άλλοι φορείς από όλη την Κύπρο, επιβεβαιώνοντας τα προγνωστικά για άνετη επανεκλογή του Μακαρίου.

Στον αντίποδα, αντιρρήσεις για την παραμονή του Αρχιεπισκόπου στον πολιτικό στίβο εξέφρασαν τα άλλα τρία μέλη της κυπριακής Ιεραρχίας, οι Μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας, σε συνεδρία της Ιεράς Συνόδου. Ηταν το προανάκρουσμα της σοβαρής κρίσης που ταλάνισε την κυπριακή Εκκλησία τα αμέσως επόμενα χρόνια, η οποία έληξε με την καθαίρεση των τριών μητροπολιτών (Ιούλιος 1973).

Ο Τάκης Ευδόκας

Υστερα από αρκετές συζητήσεις, και μετά την άρνηση του Θεμιστοκλή Δέρβη (1894-1968), πρώην δημάρχου Λευκωσίας, αρχηγού του παλιού δεξιού κόμματος ΚΕΚ και ηγετικής μορφής της αντιμακαριακής αντιπολίτευσης να κατέλθει στις εκλογές, η «Συντονιστική Επιτροπή των Ενωτικών Αγωνιστών» αποφάσισε, μόλις στις 9 Φεβρουαρίου 1968, να στηρίξει την υποψηφιότητα του Τάκη Ευδόκα (1928-). Ο ανθυποψήφιος του Μακαρίου ήταν ψυχίατρος, με καλές σπουδές και αρκετά χρόνια παραμονής στις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς προηγούμενη ανάμειξη στην κυπριακή πολιτική ζωή. Ο Γλαύκος Κληρίδης, πρόεδρος της Βουλής και εκ των στενότερων συνεργατών του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου τον χαρακτήρισε «νεοσύλλεκτο», ενώ χλευαστικά δημοσιεύματα στον φιλομακαριακό Τύπο αναφέρονταν μειωτικά στο επάγγελμά του, με πιο ενδεικτικό τον τίτλο κύριου άρθρου του «Αγώνος» (10 Φεβρουαρίου 1968): «Αφού ετέθησαν υπό την αιγίδα Ψυχιάτρου»… Από την άλλη, όπως καταγράφει με χιούμορ ο ίδιος ο Τ. Ευδόκας στο βιβλίο του «“Εγώ είμαι η Κύπρος”. Η πρώτη περίοδος της Κυπριακής Δημοκρατίας» (Λευκωσία 1989) ψηφοφόροι της υπαίθρου σχολίαζαν ως εξής την υποψηφιότητά του: «Δεν ντρέπεται, άνθρωπος παντρεμένος με δυο παιδιά και να θέλει να γίνει αρχιεπίσκοπος;»…

Σε μια άλλη εξέλιξη, στις 15 Φεβρουαρίου 1968, οι Τουρκοκύπριοι, χωρίς εκλογές, επανεξέλεξαν τον Φαζίλ Κουτσιούκ (1906-1984) ως αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας, δείχνοντας σεβασμό στο Σύνταγμα. Η εκλογή θεωρήθηκε παράνομη από την ελληνική πλευρά, καθώς η διαδικασία δεν έγινε υπό τον έλεγχο των κρατικών αρχών. Αξίζει να σημειωθεί ότι αρχικά είχε εκδηλώσει την πρόθεση να διεκδικήσει την αντιπροεδρία ο πρώην αρχιδικαστής Μεχμέτ Ζεκιά (1903-1984), όμως έπειτα από παρέμβαση της Αγκυρας αυτή απετράπη.

Προεκλογικός αγώνας με επεισόδια

Οι εκλογές είχαν οριστεί για τις 25 Φεβρουαρίου 1968, ενώ η υποβολή υποψηφιοτήτων έγινε δέκα μέρες νωρίτερα. Την υποψηφιότητα του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου πρότεινε ο Χριστοφής Μάτσης, πατέρας του ήρωα της ΕΟΚΑ Κυριάκου Μάτση, και υποστήριξαν άλλοι οκτώ γονείς πεσόντων ή απαγχονισθέντων ηρώων του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1955-1959, οι Πιερής Αυξεντίου, Κυριάκος Δράκος, Χαρίλαος Ζάκος, Σάββας Καραολής, Μιλτιάδης Παλληκαρίδης, κ.ά. Την υποψηφιότητα Ευδόκα πρότεινε ο γιατρός Γλαύκος Ι. Κασουλίδης και υποστήριξαν αγωνιστές της ΕΟΚΑ και πρόσωπα από την αντιμακαριακή αντιπολίτευση.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δεν οργάνωσε προεκλογικές συγκεντρώσεις, καθώς θεωρήθηκε ότι η υποψηφιότητά του δεν χρειαζόταν «προβολήν και διαφήμισιν». Συστάθηκαν, όμως, δύο κεντρικά επιτελεία που εργάστηκαν για την επανεκλογή του, το πρώτο από στενούς του συνεργάτες και το δεύτερο της Αριστεράς, από το ΑΚΕΛ, που με ανακοίνωσή του χαρακτήρισε ως δημοψήφισμα την επανεκλογή του Μακαρίου. Στον αντίποδα, ο Τάκης Ευδόκας διαμαρτυρήθηκε για τον αποκλεισμό του από το κρατικό ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Τη σύντομη προεκλογική περίοδο επισκίασαν δύο επιθέσεις (η δεύτερη με βόμβα) εναντίον των γραφείων και δημοσιογράφων της αντιπολιτευόμενης εφημερίδας «Πατρίς», η παρεμπόδιση της κυκλοφορίας της ίδιας εφημερίδας, και πράξεις βίας εναντίον αντιμακαριακών πολιτών. Παρότι τα έκτροπα καταδίκασε έντονα ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος (31 Ιανουαρίου), αυτά επαναλήφθηκαν πιο οργανωμένα, στις 23 Φεβρουαρίου 1968, όταν η τελική προεκλογική συγκέντρωση του Τάκη Ευδόκα σε κεντρική πλατεία της Λευκωσίας διακόπηκε από εκατοντάδες μακαριακούς πολίτες, που έριξαν αυγά και γιαούρτια στον υποψήφιο πρόεδρο και στους συνεργάτες του. Την επομένη, η μεγαλύτερη εφημερίδα της Κύπρου, ο «Φιλελεύθερος» περιέγραφε ως εξής τα γεγονότα στον πρωτοσέλιδο τίτλο της: «Εις μακαριακήν μετετράπη η συγκέντρωσις του Τ. Ευδόκα. Αυθόρμητοι υπό του λαού εκδηλώσεις. Αψογος στάσις της Αστυνομίας»…

Το εκλογικό αποτέλεσμα

Οι εκλογές οδήγησαν στην πανηγυρική επανεκλογή τού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου με ποσοστό 95,45% (220.911 ψηφοφόροι από το σύνολο των 247.653 εγγεγραμμένων) έναντι 3,71% (8.577 ψήφοι) του ανθυποψηφίου του. Η αποχή κυμάνθηκε σε πολύ χαμηλά επίπεδα, στο 6,55% και τα άκυρα μετρήθηκαν στο 0,84%. Το ποσοστό υπέρ του Μακαρίου στην εκλογική περιφέρεια Πάφου, από όπου καταγόταν κι ο ίδιος, έφτασε στο 98,77%, ενώ ο Τάκης Ευδόκας είχε το υψηλότερό του ποσοστό (4,84%) στην περιφέρεια Λευκωσίας. Σε 56 από τα 388 εκλογικά κέντρα του νησιού ο Τ. Ευδόκας δεν πήρε ούτε μία ψήφο, ενώ στη Γαληνή της περιοχής Τηλλυρίας, ο Μακάριος έλαβε και τις 761 ψήφους, από τους 761 ψηφίσαντες. Οι εκλογές του 1968 επιβεβαίωσαν την αποδοχή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου από τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων Κυπρίων. Σε ένα νέο κράτος χωρίς δημοκρατική παράδοση, χωρίς κόμματα, χωρίς εκλογές για οκτώ χρόνια, με τις περιπέτειες του 1963-1967, με Σύνταγμα που έδινε υπερεξουσίες στον πρόεδρο, που κι αυτές αυξήθηκαν, εκ των πραγμάτων, μετά την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τα πολιτειακά αξιώματα τον Δεκέμβριο του 1963, ακόμη και το ποσοστό του 95,45% μπορεί να κριθεί φυσιολογικό. Από την άλλη πλευρά, όπως γράφει ο Τ. Ευδόκας στο βιβλίο του, η δική του επιδίωξη ήταν «να ξεπηδήσει μια οργανωμένη εποικοδομητική αντιπολίτευση». Δυστυχώς για την Κύπρο και αυτή η προσπάθεια θα φυλλορροούσε, καθώς θα επικρατούσαν ξανά, η λογική και ο παραλογισμός των όπλων…

* Ο κ. Πέτρος Παπαπολυβίου είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ