ΒΙΒΛΙΟ

Ποιος φοβάται τον χωρισμό;

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Ο ετήσιος αγιασμός στην αρχή της σχολικής χρονιάς είναι ένα από τα συμβολικά προνόμια που απολαμβάνει η Εκκλησία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δ​​εν είναι συνηθισμένο στις μέρες μας ένας φιλόσοφος να εκδίδει βιβλίο απολογητικό. Το πράγμα γίνεται ακόμη περισσότερο ασυνήθιστο και αξιοπρόσεκτο όταν, αφενός, ο φιλόσοφος αυτός δεν είναι ο πρώτος τυχών αλλά ένας από τους δυο-τρεις μεγαλύτερους εν ζωή φιλοσόφους της (ηπειρωτικής τουλάχιστον) Ευρώπης και, αφετέρου, όταν η απολογία δεν είναι υπέρ της επανάστασης, του σοσιαλισμού, του ερωτα και άλλων προσφιλών, αλλά υπέρ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Αναφέρομαι προφανώς στον Ζαν-Λικ Μαριόν και στο βιβλίο του «Σύντομη απολογία για ένα καθολικό momentum» («Brève apologie pour un moment catholique», Grasset, 2017). Χρειάζεται τόλμη για κάτι τέτοιο, και ας την αναγνωρίσουμε κατ’ αρχάς στον Γάλλο ακαδημαϊκό. Ενώ λοιπόν όλοι πιστεύουν ότι ο καθολικισμός στη Γαλλία πνέει τα λοίσθια, αν δεν έχει ήδη πεθάνει, ο Μαριόν αντίθετα θεωρεί ότι τώρα ακριβώς είναι η στιγμή και το momentum της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Το momentum αυτό αφορά την καθολική (universel) αποστολή της κοινότητας των Γάλλων, η οποία δεν μπορεί να εκπληρωθεί με τα μέσα της πολιτικής, αλλά πρέπει να αντλήσει από αποθέματα πρωτίστως πνευματικά (σ. 71 και 122-123). Την κύρια ευθύνη για αυτή την καθολίκευση την έχουν οι ρωμαιοκαθολικοί της Γαλλίας (σ. 123). Το βιβλίο του Μαριόν είναι πυκνό, θέτει πολλά ζητήματα μέσα σε λίγες σελίδες και έχει βεβαίως πολλές συζητήσιμες πλευρές. Πόσο σαφής άραγε είναι, επί παραδείγματι, η άποψή του για τη σχέση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας με την πολιτική; Ο Μαριόν αρνείται κάθε είδους και κατεύθυνσης πολιτικοποίηση της Εκκλησίας και θεωρεί γενικά ότι η πολιτική αποτελεί έκπτωση· όταν όμως κάνει λόγο για αναγέννηση της Γαλλίας, για «ψυχή της Γαλλίας» και για τον ρόλο που καλούνται να παίξουν οι καθολικοί στην ιστορική μοίρα της Γαλλίας (σ. 16), τότε πώς μπορεί να αποφύγει την πολιτική; Δεν θα παρουσιάσουμε, ούτε –πολύ περισσότερο– θα κρίνουμε εδώ συνολικά το βιβλίο του Μαριόν, θα σταθούμε μόνο, με κάθε συντομία, στο κεφάλαιο για τη laïcité και τον διαχωρισμό (σ. 48-82).

Η συζήτηση για την αρχή της ουδετεροθρησκίας, τη δυσμετάφραστη ούτως ή άλλως laïcité, δεν παύει ποτέ στη Γαλλία, είναι ένα ειδικό γαλλικό πάθος. Ο Μαριόν εν προκειμένω πηγαίνει κατ’ ευθείαν στην αφετηρία, στον νόμο δηλαδή του 1905, τον οποίο όλοι τον αναφέρουμε ως νόμο της laïcité, και στον οποίο ωστόσο η λέξη αυτή δεν υπάρχει. Ο γαλλικός νόμος του 1905 τιτλοφορείται «Νόμος για τον χωρισμό των Εκκλησιών και του Κράτους». Δεν είναι δηλαδή ένας νόμος για τη laïcité, είναι ένας νόμος για τον χωρισμό (séparation). Τι ακριβώς χωρίζει αυτός ο νόμος, με μεγάλη σοφία, κατά τον Μαριόν, και θεολογική σύνεση (σ. 52); Χωρίζει ακριβώς τις Εκκλησίες από το Κράτος, και όχι από την κοινωνία, όπως θέλησαν να τον (παρ)ερμηνεύσουν πολλοί φονταμενταλιστές της laïcité. Το κράτος οφείλει να είναι ουδέτερο θρησκευτικά, επειδή ακριβώς η κοινωνία δεν είναι ούτε μπορεί ποτέ να γίνει. « [Ο χωρισμός] έχει κρίσιμη σημασία για το κράτος, διότι το προστατεύει από την ολοκληρωτική εκτροπή και ενισχύει τις ατομικές ελευθερίες. Και αμοιβαίως παίζει ουσιαστικό ρόλο για τους πιστούς, γιατί δεν τους εγκλείει σε μια εθνική Εκκλησία και μια πολιτειακή λατρεία, άρα στην ειδωλολατρία. Πράγματι, χωρίς χωρισμό σύνολος ο δημοκρατικός χαρακτήρας της κοινωνίας απειλείται» (σ. 57). Ο Μαριόν φτάνει να πιστεύει ότι ο διαχωρισμός προστατεύει την Εκκλησία και εν γένει τις θρησκευτικές κοινότητες από τη διάλυση, γιατί «όταν μια θρησκευτική κοινότητα πεθαίνει, αυτό οφείλεται σχεδόν πάντοτε στο ότι διέπραξε ακριβώς την τρέλα να αφεθεί να ταυτιστεί με ένα κράτος, διότι τα κράτη είναι όλα θνητά (σ. 71). Ο χωρισμός θρησκείας και κράτους, ιερέα και βασιλέα, πολιτικής εξουσίας και εκκλησιαστικής αυθεντίας, είναι βιβλική, ιουδαιοχριστιανική ιδέα (βλέπε «Βασιλειών Α΄», 8, στην Παλαιά Διαθήκη, και βεβαίως τη ρητή διάκριση του Χριστού για το βασίλειο του Θεού και το βασίλειο του Καίσαρα), και ας την πολέμησαν οι χριστιανικές Εκκλησίες όταν προτάθηκε και νομοθετήθηκε στα νεότερα χρόνια – ένα παράδοξο που ο Μαριόν όφειλε να εξηγήσει.

Ο άνθρωπος που υπερασπίζεται με τόση θέρμη τον διαχωρισμό Εκκλησιών και Κράτους δεν είναι ούτε άθεος ούτε αριστερός ούτε καν αυτό που λένε προοδευτικός. Είναι ένας μεγάλος φιλόσοφος, πιστός καθολικός, και πολιτικά μάλλον συντηρητικός. Στην Ελλάδα έχει αποσυρθεί από τη δημόσια συζήτηση όχι απλώς η ιδέα αλλά και η λέξη «χωρισμός». Εχει αντικατασταθεί από τους «διακριτούς ρόλους». Μα δεν είναι ο χωρισμός εκείνος που εξασφαλίζει τη σαφέστερη διάκριση των ρόλων; Ας λέμε καθαρές κουβέντες και ας επαναφέρουμε τον διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησιών. Μόνο αυτή η έννοια είναι θεολογικά, εκκλησιολογικά και δημοκρατικά ορθή. Αυτός ο χωρισμός στην Ελλάδα έχει ουσιαστικά συντελεστεί εν τοις πράγμασι. Μένουν λίγες εκκρεμότητες ακόμη, που καλό είναι να ρυθμιστούν και αυτές.

Γιατί άραγε η λέξη «χωρισμός» να έχει περιπέσει σε αχρησία; Ποιος τον φοβάται; Η Εκκλησία της Ελλάδος ποτέ δεν τον ήθελε, για να απολαμβάνει προνόμια, οικονομικά και συμβολικά (αγιασμούς, παρελάσεις, εγκαίνια, τέτοια). Γιατί όμως δεν τον επικαλούνται ούτε οι πολιτικές δυνάμεις που κάποτε, όχι πολύ μακριά στο παρελθόν, τον πρότειναν; Διότι έχουν πεισθεί ότι η Εκκλησία διαθέτει εκλογική δύναμη και τη λογαριάζουν. Η εγκατάλειψη της ιδέας και τη λέξης του χωρισμού, εκτός από κοντόθωρη –αφού αργά ή γρήγορα θα ολοκληρωθεί και στη χώρα μας– είναι και μεγάλο λάθος, τόσο πολιτικό όσο και θεολογικό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ