ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ζοέλ Πομερά: Η Γαλλική Επανάσταση... αλλιώς

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Ηθελα κατά κάποιον τρόπο να απομυθοποιήσω τη Γαλλική Επανάσταση, δηλαδή να την παρουσιάσω όπως ήταν όταν έγινε, χωρίς εικόνες-καρικατούρες ή το φολκλόρ που την περιβάλλει. Ηθελα να δημιουργήσω μια ιστορία ιδεών και όχι μεγάλων ανδρών», λέει ο Γάλλος συγγραφέας και σκηνοθέτης Ζοέλ Πομερά για την παράσταση «Ολα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου», που παρουσιάζεται στη Στέγη Γραμμάτων από 4 έως 8 Οκτωβρίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Ζοέλ Πομερά ήρθε πρώτη φορά στην Αθήνα το 2013, με το έργο «Μεγάλη και θαυμαστή ιστορία του εμπορίου», στη Στέγη Γραμμάτων, με μια παράσταση ημιτονίων, τσεχοφικής έμπνευσης. Τέσσερις παλαίμαχοι πλασιέ προσπαθούν να μυήσουν έναν νεαρό ιδεαλιστή στα κόλπα της δουλειάς. Ενα δωμάτιο ξενοδοχείου το σκηνικό, χαμηλός φωτισμός, κοφτοί κινηματογραφικοί ρυθμοί, διάλογοι ρεαλιστικοί. Την ερχόμενη εβδομάδα επιστρέφει στη Στέγη (4 - 8 Οκτωβρίου) με μια παραγωγή στον αντίποδα της πρώτης: Δεκατέσσερις ηθοποιοί και πλήθος κομπάρσων αναμειγνύονται με το κοινό, μετατρέποντας μια θεατρική αίθουσα σε Κοινοβούλιο. Τίτλος: «Ολα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου» (Ca ira (1) / Fin de Louis). Θέμα, η Γαλλική Επανάσταση. Είναι όμως; Ο 54χρονος Γάλλος συγγραφέας και σκηνοθέτης στη συνέντευξή του στην «Κ» μάλλον το αρνείται ή τουλάχιστον μοιάζει να μη θέλει να ταυτιστεί ιστορικά με τη συγκεκριμένη περίοδο, αναπαράγοντας πιστά τα πρόσωπα-πρωταγωνιστές. Στη δική του εκδοχή δεν υπάρχουν Δαντόν, Μαρά ή Ροβεσπιέρος, «ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ συναντιέται με τις selfies και η Μασσαλιώτιδα με την επιτυχία από τα ’80ς, “The final countdown”», όπως διαβάζουμε.

– Το έργο σας «Ολα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου» αναφέρεται στη Γαλλική Επανάσταση ή όχι;

– Είναι ένα έργο που περιγράφει την επαναστατική διαδικασία από τις απαρχές της με την οικονομική κρίση και τη Συνέλευση του 1787 μέχρι την άνοδο της Αντεπανάστασης του 1791. Αλλά δεν πρόκειται για μια ιστορική ανασύνθεση. Αναζήτησα την πιστότητα της πραγματικής ιστορίας, παίρνοντας ελευθερίες σε σχέση με λεπτομέρειες και ανεκδοτολογικά στοιχεία.

– Εχετε πει ότι το έργο «δεν είναι μια πολιτική παράσταση αλλά μια παράσταση με αντικείμενο την πολιτική». Ποια είναι η διαφορά;

– Η λέξη «πολιτική» είναι δύσκολο να οριστεί. Εχω πει ότι το «Ολα θα πάνε καλά» δεν είναι έργο πολιτικό, με την έννοια ότι δεν είναι στρατευμένο. Δεν αναπτύσσεται, δηλαδή, με τρόπο άμεσα πολιτικό ώστε να απευθύνεται στην κοινωνία και να την καλεί να αλλάξει. Το θέαμα συγκροτείται από πολιτικές καταστάσεις και ομιλίες, πολυεπίπεδες συζητήσεις για την πολιτική ζωή ανάμεσα στους εκπροσώπους της Συνέλευσης, στους πολίτες των διαφορετικών διαμερισμάτων - περιοχών του Παρισιού, επίσης ανάμεσα στον βασιλιά και στους συμβούλους του. Ανατέμνω μια πολιτική διαδικασία μεγάλης κλίμακας: μια επανάσταση. Καταδεικνύω πώς η πολιτική επηρεάζει την πραγματική ζωή, τη ζωή του καθενός μας.

– Γιατί στον τίτλο υπάρχει εντός παρενθέσεως ο αριθμός ένα («Ca ira (1)»);

– Για λόγους παραγωγής και επικοινωνίας. Ηθελα να αφήσω ανοικτό το ενδεχόμενο ενός θεάματος σε δύο μέρη, ή δύο διαφορετικών θεαμάτων.

– «Ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη», το τρίπτυχο έχει ακόμη ισχύ στην Ευρώπη;

– Προφανώς, όχι. Σε κάθε περίπτωση, βρίσκεται σε σκληρή δοκιμασία. Οσον αφορά αυτό το τρίπτυχο-σύμβολο, δεν εφαρμόστηκε πλήρως ποτέ ούτε στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα ούτε στη γαλλική δημοκρατία. Πρόκειται μάλλον για μια ουτοπία.

– Διαβάζοντας γι’ αυτό που θα παρουσιάσετε, διαπίστωσα ότι δεν υπάρχουν οι πρωταγωνιστές της επανάστασης, μόνο ο Λουδοβίκος αναφέρεται ονομαστικά. Επίσης, αντικαταστήσατε λέξεις με ιστορική βαρύτητα όπως ο «πολίτης» («citoyen») με το «κύριος» και «κυρία». Γιατί;

– Ηθελα κατά κάποιον τρόπο να απομυθοποιήσω την επανάσταση, δηλαδή να την παρουσιάσω όπως ήταν όταν έγινε, χωρίς εικόνες-καρικατούρες ή το φολκλόρ που την περιβάλλει. Ηθελα να δημιουργήσω μια ιστορία ιδεών και όχι μεγάλων ανδρών. Εμπνεύστηκα από αρχεία και πολιτικούς λόγους της εποχής, αλλά η γλώσσα και τα κουστούμια είναι σύγχρονα για να απαλείψω όλα όσα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μεγάλη απόσταση με το παρελθόν ή λανθασμένες ταυτίσεις. Ηθελα επίσης να αποφύγω να επικεντρώσω την προσοχή στην ψυχολογία των ιστορικών προσώπων ή σε μια προσπάθεια ερμηνείας των ιδεών τους μέσω της προσωπικότητάς τους.

– Τι περιεχόμενο δίνετε, σήμερα, στις λέξεις «επανάσταση» ή «επαναστάτης»;

– Οπως και η «πολιτική», πρόκειται για λέξεις που δεν ορίζονται με ακρίβεια. Αυτό που με ενδιαφέρει στην Επανάσταση του 1789 είναι η κίνηση της κοινωνίας στο σύνολό της, το θάρρος και η ένταση της συγκεκριμένης στιγμής της πολιτικής δημιουργίας σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.

– Μετατρέπετε όλη την αίθουσα σε σκηνή, με τους ηθοποιούς διάσπαρτους ανάμεσα στο κοινό. Για ποιο λόγο;

– Σκοπός του έργου είναι να «βυθίσει» τον θεατή στο θέαμα. Κάποιες στιγμές οι θεατές γίνονται μέρος της Συνέλευσης. Συμμετέχουν στην ένταση και στην κόπωση που αισθάνονταν οι αντιπρόσωποι της Συνέλευσης του 1789, χωρίς να τους ζητάμε να πάρουν μέρος. Προσπαθώ να προσανατολίσω όσο γίνεται λιγότερο την πρόσληψη του θεάματος από τον θεατή.

– Επηρεαστήκατε από το εμβληματικό «1789» της Μνούσκιν;

– Εκανα μια διαφορετική επιλογή. Επιδιώκω ακόμη περισσότερη αποστασιοποίηση από την ιδεολογία. Επιδιώκω να είμαι λιγότερο οπαδός, λιγότερο άμεσα στρατευμένος, για να αφήσω την ελευθερία στο θεατή να κρίνει και να ερμηνεύσει το νόημα της Ιστορίας.

Ο κακός μαθητής που τον «έσωσε» το θέατρο

Ο τίτλος «Ca ira» αναφέρεται στο ομώνυμο λαϊκό επαναστατικό τραγούδι-σύμβολο της Γαλλικής Επανάστασης· ο υπότιτλος, «Fin de Louis», στη θανάτωση του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ της Γαλλίας, το 1793. Ισως είναι και τα δύο πιο σαφή στοιχεία στο αφήγημα του Ζοέλ Πομερά, όπως τουλάχιστον διαφαίνεται από τις συνεντεύξεις του. Την ίδια αίσθηση, ότι κυκλώνει το θέμα αλλά αποφεύγει να το προσδιορίσει, είχαμε και όταν τον συναντήσαμε πριν από τέσσερα χρόνια στη Λιέγη με αφορμή τη «Μεγάλη και θαυμαστή ιστορία του εμπορίου».

Είναι αναλυτικός, αποφεύγει τις προκατασκευασμένες απαντήσεις, υπάρχει ένα «μότο» που διατρέχει τη δουλειά του (πάνω από 16 θεατρικά, πολυπρόσωπα ή μονολόγους):

«Τοποθετώ τους θεατές σε μια σύνθετη συνθήκη, που τους οδηγεί να αναστοχαστούν, να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Δεν πολτοποιώ τη δουλειά μου για να γίνει κατανοητή. Αντίθετα, αναζητώ τρόπους να προκαλέσω τον προβληματισμό των άλλων. Χωρίς μανιχαϊστικές αντιλήψεις: από εδώ το καλό από εκεί το κακό. Δεν λέω ότι δεν υπάρχει καλό και κακό. Λέω: προσοχή, παρατηρήστε καλύτερα, μη βιαστείτε να κρίνετε. Βέβαια, πρέπει ο θεατής να είναι πρόθυμος να εγκαταλείψει τον μανιχαϊσμό. Δεν είναι τόσο απλό».

Το ίδιο επιδιώκει και στο «Ολα θα πάνε καλά», αναπαράγοντας ιστορικούς διαλόγους που γέννησαν την ευρωπαϊκή δημοκρατία. Είκοσι τέσσερις σκηνές εμπνευσμένες από την περίοδο 1789-90, σε άμεση συνάφεια με τη σημερινή εποχή.

«Μεταφέροντας το παρελθόν στο παρόν δεν σημαίνει υποχρεωτικά επικαιροποίηση», τονίζει. «Τοποθετούμε τον θεατή σε χρόνο παρόντα με παρελθόντα γεγονότα. Το θέαμα δεν κλείνει το μάτι στο σήμερα, έστω κι αν μπορεί να βρει κανείς πολλές αναλογίες ανάμεσα στις δύο εποχές. Δεν πρόκειται για ανακατασκευή ούτε για επικαιροποίηση αλλά για μια καλλιτεχνική δημιουργία, που συνδυάζει πραγματικότητα και φαντασία, γνώση και επινόηση. Είναι μια διανοητική κατασκευή, μια εμπειρία στο πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζούμε».

Το έργο προέκυψε ύστερα από συνεργασία του θιάσου του Ζοέλ Πομερά (ίδρυσε την ομάδα του Compagnie Louis-Brouillard το 1990) με τον ιστορικό Γκιγιόμ Μαζό και τη δραματουργό Μαριόν Μπουντιέ. Ο Γάλλος δημιουργός απέσπασε το 2016 τρία βραβεία Μολιέρου, για το

«Ολα θα πάνε καλά»: καλύτερης σκηνοθεσίας, καλύτερης δραματουργίας και καλύτερου έργου.
Διάδοχος του Πίτερ Μπρουκ

«“Βλέπω” την κάθε παράσταση στη διάρκεια της συγγραφής», έχει πει. «Η σκηνογραφία είναι το πρώτο που επινοώ. Δεν γράφω ένα έργο αλλά μια παράσταση. Στη συνέχεια, αυτοσχεδιάζω με τους ηθοποιούς στον χώρο, συνθέτω σκηνή τη σκηνή. Το έργο δομείται κομμάτι κομμάτι. Βοηθάει και το γεγονός ότι τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι τους γνωρίζω πολλά χρόνια».

Από πού ξεκίνησε όμως ο Ζοέλ Πομερά, τον οποίο ο Πίτερ Μπρουκ χαιρέτισε ως επάξιο διάδοχό του το 2006 και παραχώρησε στον ίδιο και την ομάδα του το περίφημο παρισινό θέατρό του Bouffes du Nord για μία τριετία; Ηταν, κατ’ αρχάς, κακός μαθητής, όπως έχει παραδεχτεί ο ίδιος επανειλημμένως! Ομως ο προβληματικός έφηβος «σώθηκε» από το θέατρο. Σε ηλικία 12 ετών επισκέφθηκε με τους γονείς του το Φεστιβάλ της Αβινιόν και το θέατρο έδωσε νόημα στη ζωή του. Κι έτσι του αφιερώθηκε απόλυτα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ