Οι ηθοποιοί διάβαζαν τα λόγια τους, οι τεχνικοί μαστόρευαν, ένα μπουζούκι έκλαιγε στο βάθος. Και ξαφνικά, ένα κατάμαυρο μεγαλόσωμο σκυλί μπήκε στο θέατρο Αλίκη και άρχισε να τρέχει προς το μέρος μου. Κουνώντας την ουρά του χαρούμενα – ευτυχώς. Ήταν η Μπέμπα, διασταύρωση Κάνε Κόρσο και Λαμπραντόρ, που συνόδευε τη «μαμά» της, Βίκυ Σταυροπούλου. Και κάπως έτσι... αντισυμβατικά ξεκίνησε το ρεπορτάζ για μία από τις πιο πολυαναμενόμενες φετινές παραστάσεις: «Μάλιστα κύριε Ζαμπέτα!...», μια φιλόδοξη μουσικοχορευτική παραγωγή, αφιερωμένη στη ζωή του Γιώργου Ζαμπέτα.

Γιατί Ζαμπέτας και γιατί τώρα; 

«Σ’ αυτή την εποχή της άγριας κρίσης, όπου όλοι παλεύουμε με τα θηρία και δοκιμάζουμε τις αντοχές μας, ο κόσμος του –η φιλοσοφία, το χιούμορ, η αισιοδοξία του– λειτουργεί ως αντίδοτο», εξηγεί ο Πέτρος Ζούλιας που έγραψε τα κείμενα και σκηνοθετεί. «Δεν είναι τυχαίο ότι, μολονότι είμαστε ένας θίασος ετερόκλητος και με μεγάλες ηλικιακές διαφορές, όλοι μετά την πρόβα φεύγουμε ευτυχισμένοι από το φως που μας μεταγγίζει και ως προσωπικότητα, και μέσα από τα αξεπέραστα τραγούδια του». Η παράσταση πιάνει το νήμα από την εφηβική ηλικία του «λαϊκού σόουμαν», όπως τον έχει αποκαλέσει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, και φτάνει μέχρι τον θάνατό του, το 1992. Προκαλώντας εναλλαγή συναισθημάτων στους θεατές. Αφήνοντας γλυκόπρικη γεύση... 

Γιατί ο Ζαμπέτας δεν ήταν πάντα τόσο χαμογελαστός όσο τον βλέπουμε σε στιγμιότυπα παλιών ταινιών. Τη δεκαετία του ’80, οι καταξιωμένοι τραγουδιστές δεν ήθελαν να συνεργαστούν μαζί του. Τον θεωρούσαν «σκυλά». Οι παλιοί φίλοι του είχαν αρχίσει να φεύγουν ένας ένας από τη ζωή. Κι εκείνος «καθόταν σπίτι και συνόδευε με το μπουζούκι του τους πεθαμένους», όπως γράφει η κόρη του, Κατερίνα Ζαμπέτα, στο βιβλίο της «Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω», όπου αφηγείται τη ζωή του. 

«Μέχρι σήμερα δεν τον έχουμε τιμήσει όπως θα έπρεπε», λέει ο Πέτρος Ζούλιας. «Βέβαια, η παράσταση αυτή δεν γίνεται για να τον αποκαταστήσουμε ούτε για να τον αγιογραφήσουμε – ο πρώτος που θα το απαγόρευε θα ήταν ο ίδιος. Αλλά θα είναι μια ευκαιρία πολλοί να θυμηθούν και ακόμη περισσότεροι, ειδικά νεότεροι, να ανακαλύψουν τον Ζαμπέτα. Όχι απλώς έναν μεγάλο συνθέτη, αλλά ένα πλάσμα ξεχωριστό, που βρισκόταν σε διαρκή και τολμηρό, σχεδόν αριστοφανικό, διάλογο με την εποχή του». Τι είναι όμως αυτή η παράσταση; «Ας δούμε τι δεν είναι: δεν είναι ντοκιμαντέρ ούτε βιογραφία, ούτε συναυλία. Είναι μυθοπλασία που φλερτάρει με την πραγματικότητα. Βασισμένη δηλαδή στη ζωή του, αντλώντας στοιχεία από το βιβλίο της κόρης του. Χωρίς κόλπα και δηθενιές. Γιατί η αυθεντικότητα και η λαϊκότητά του, που θυμίζουν Θεόφιλο, δεν τα σηκώνουν», καταλήγει ο σκηνοθέτης.

«Ποιον θα παίξω; Τον Ζαμπέτα;»

H Bίκυ Σταυροπούλου ήταν σε σκέψεις για το ποιο θα έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα της μετά το «Για όνομα», μια παράσταση πολύ επιτυχημένη όχι μόνο εμπορικά, αλλά και καλλιτεχνικά, ως φρέσκια πρόταση που αποκάλυψε μια πιο εσωστρεφή πτυχή της, πέρα από τη γνωστή αλεγκρία της. Ξαφνιάστηκε, λοιπόν, με την πρόταση να συμμετάσχει στο «Μάλιστα κύριε Ζαμπέτα!...». «Ποιον θα έπαιζα; Τον Ζαμπέτα;» λέει και γελάει. Τελικά διευκρινίστηκε ότι θα είχε τον ρόλο της γυναίκας του, της Αργυρώς. «Άλα, φύγαμε!» είπε. Κι έπειτα... ενέσκηψε η ανασφάλεια. «Άρχισα να αμφιβάλλω για τα πάντα. Μήπως δεν έπρεπε, μήπως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή; Χιλιάδες “μήπως” με ταλάνιζαν. Μέχρι που έγινε η πρώτη ανάγνωση και ακούστηκαν οι πρώτες νότες. Τότε, όλη η αγωνία εξανεμίστηκε. Αυτή η παράσταση είμαι σίγουρη ότι θα είναι για μας ένα καθημερινό γλέντι, στο οποίο φιλοδοξούμε να παρασύρουμε και τους θεατές».

Με τον αφανή πρωταγωνιστή της παράστασης –στην κυριολεξία, αφού ο Ζαμπέτας δεν υφίσταται ως ρόλος, αλλά είναι ωσεί παρών μέσα από τους διαλόγους– αισθάνεται ένα είδος συγγένειας. «Είμαι κι εγώ παιδί των δυτικών συνοικιών, αγαπώ τον κόσμο, έχω λατρεία γι’ αυτό που κάνω, με χαρακτηρίζει η ίδια “ωραία τρέλα”». Τι τη γοητεύει στην προσωπικότητά του; «Το πάθος του για τη μουσική, οι ανοιχτές του προσλαμβάνουσες, η αδιαφορία του για τα φράγκα, η πεποίθησή του ότι τίποτα δεν γίνεται χωρίς ψυχούλα». Της ζητώ να μας περιγράψει την Αργυρώ, τη γυναίκα της ζωής του. «Τον γνώρισε στα 15 της και έμειναν μαζί μέχρι το τέλος. Ήταν μια φτωχή κοπέλα και η μεγάλη αγωνία της ήταν πώς θα βάλουν ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους για να μεγαλώσουν τα τρία παιδιά τους. Τρελή καψούρα μαζί του, υπέμεινε πολλά. Αλλά τον γλίτωσε από πολλές κακοτοπιές και λάθη». Επί σκηνής η σχέση τους θα αποδοθεί με περισσότερη διακριτικότητα από όση θα επέβαλλε η πραγματικότητα – «για ευνόητους λόγους», όπως λέει η Βίκυ. Αν είχε απέναντί της τον Γιώργο Ζαμπέτα και μπορούσε να του κάνει μόνο μία ερώτηση, ποια θα ήταν αυτή; «Ως Αργυρούλα θα τον ρωτούσα: Με πόσες με έχεις κερατώσει, πανάθεμά σε;»

Στο όνομα του πατρός... και της μητρός

Ο Τάσος Χαλκιάς γνώρισε τον Γιώργο Ζαμπέτα στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν τραγουδούσε στο κέντρο του Στελλάκη Περπινιάδη, στα Κουνέλια Χαϊδαρίου. «Κουκλοπαλίκαρο με έλεγε· ήταν μία από τις λέξεις που από το στόμα του ακούγονταν υπέροχες, αλλά δεν ταίριαζαν στο στόμα κανενός άλλου», λέει. Στην παράσταση υποδύεται τον πατέρα του συνθέτη, Μιχάλη. Από τα τραγούδια που θα ακούγονται στην παράσταση ποιο τον αγγίζει περισσότερο; «Το “Μάλιστα κύριε”, σε στίχους του Αλέκου Καγιάντα. Ο Ζαμπέτας τραγουδάει “Θέλω μια στιγμή να φτάσει που ό,τι με κρατάει να σπάσει, να ξεφύγω” με τέτοιο τρόπο που δείχνει ότι η ψυχή του είχε έναν κόμπο, έναν καημό. Κι όποτε τον ακούω, με συγκλονίζει».

Τον ρόλο της μητέρας του, Μαρίκας, έχει η Χριστίνα Τσάφου. «Ήταν μια γυναίκα λαϊκή, αυθεντική. Του είχε τεράστια αδυναμία – κάποιες φορές στην υπερβολή. Μέχρι που πέθανε, δεν κοιμόταν αν “το παιδί” δεν επέστρεφε στο σπίτι – κι ας ήταν μεγάλος πια». Αν θα είχε κι εκείνη τη δυνατότητα για μία ερώτηση, τι θα τον ρωτούσε; «Τίποτα. Θα τον αγκάλιαζα μοχάχα και θα τον φιλούσα. Θα του φιλούσα και τα χέρια που έπαιξαν με αυτόν τον αξεπέραστο τρόπο το μπουζούκι». Και το οικογενειακό πορτρέτο συμπληρώνεται με την Ελένη Καρακάση, αδελφή του συνθέτη στην παράσταση. «Είχαν ένα ιδιαίτερο δέσιμο. Ήταν πάντα κοντά του και τον στήριζε», λέει. Τι τη γοητεύει στην περίπτωση του Ζαμπέτα; «Δεν υπάρχουν πια τέτοια μεγέθη. Ήταν ένας σπουδαίος συνθέτης, ένας άνθρωπος που ενδιαφερόταν για τη δόξα και όχι για τα χρήματα. Ο κόσμος του είναι μαγικός».

Στο «Μάλιστα κύριε Ζαμπέτα!...» θα δούμε κι έναν ροκά, τον Λευτέρη Ελευθερίου, που ανακάλυψε τη μουσική του Ζαμπέτα στον στρατό και έκτοτε δεν έχει σταματήσει να περιπλανιέται «σ’ αυτή τη γειτονιά». Έχει τον ρόλο του μπουζουξή του, Θόδωρου. «Είναι ένα από τα πρόσωπα που μας βοηθούν να σχηματίσουμε το περίγραμμά του. Η πρόκληση για μας είναι μεγάλη: να αποδώσουμε τόσο καλά τον “αέρα” γύρω από τον Ζαμπέτα, ώστε οι θεατές να φεύγουν με την εντύπωση ότι τον έχουν δει. Θα είναι μεγάλη μαγκιά!» ■

Κείμενο-σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας. Παίζουν: Βίκυ Σταυροπούλου, Τάσος Χαλκιάς, Λευτέρης Ελευθερίου, Χριστίνα Τσάφου, Ελένη Καρακάση,  Μάκης Πατέλης,Κωνσταντίνος Κακούρης – μαζί με νέους ηθοποιούς, χορευτές και οκταμελή ορχήστρα.
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ