Τρεις εβδομάδες μετά το ατύχημα στον Σαρωνικό κόλπο, οι κάτοικοι των Σεληνίων Σαλαμίνας προσπαθούν να συνέλθουν από το σοκ και να σχεδιάσουν ξανά το μέλλον τους.

 

Ο 12χρονος Εμμανουήλ Κακλαμάνος είναι μαθητής της ΣΤ΄ Δημοτικού στο ολοήμερο σχολείο των Σεληνίων. Αγάπησε αυτό το ήσυχο χωριό της Σαλαμίνας με τις δαντελωτές ακτές από πολύ μικρός, όταν με τους γονείς του επισκέπτονταν το εξοχικό σπίτι της προγιαγιάς του. Κάθε Σεπτέμβριο που επέστρεφαν στην Αθήνα, ο Εμμανουήλ μελαγχολούσε τόσο που άφηνε πίσω του αυτόν τον τόπο, ώστε οι γονείς του αποφάσισαν να μετακομίσουν μόνιμα στα Σελήνια, όπου και μένουν τα τελευταία χρόνια. Εδώ είναι πια οι κολλητοί του φίλοι, που μας παρατηρούν από τα παράθυρα του σχολικού λεωφορείου και τον χαιρετούν όση ώρα μιλάμε με φόντο την αγαπημένη του θάλασσα. 

Πριν η πετρελαιοκηλίδα μαυρίσει τις ακτές στο «θεατράκι» και στον Λιμνιώνα, τα απογεύματα η αμμουδιά γέμιζε παιδικές πατημασιές και τα βράχια αντηχούσαν από γέλια και φωνές. Ο Εμμανουήλ και οι φίλοι του έκαναν ιστιοπλοΐα και κολυμπούσαν. Τώρα τα έχουν εγκαταλείψει και τα δύο, παρακολουθώντας τα σημάδια του μαζούτ στην παραλία. Τις πρώτες ημέρες, μας λέει η μητέρα του, Μαρία, πολλοί ήταν οι κάτοικοι που δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους στη θέα της καταστροφής και, καθώς το θυμάται, βουρκώνει και η ίδια.

Έχουν περάσει σχεδόν τρεις εβδομάδες από το ατύχημα. Στην παραλία των Σεληνίων και στον κολπίσκο του Λιμνιώνα τα συνεργεία απορρύπανσης δουλεύουν καθημερινά συλλέγοντας και απομακρύνοντας το μαζούτ και καθαρίζοντας τα υπολείμματά του στα βράχια και στην αμμουδιά. Δεκάδες εργαζόμενοι με άσπρες στολές κινούνται στην άμμο και στην ακρογιαλιά, αφήνοντας μεγάλες πατημασιές με τις γαλότσες τους εκεί όπου είκοσι ημέρες νωρίτερα περπατούσαν οι γλάροι και τα ψαροπούλια. Εκεί όπου το καλοκαίρι επέπλεαν στρώματα, μπρατσάκια και φουσκωτά ροζ φλαμίνγκο, σήμερα λικνίζονται στο κύμα τα μαύρα από το μαζούτ πλωτά φράγματα. Στα ανοιχτά, όπου ο ορίζοντας συναντούσε τα καΐκια των ψαράδων, φαίνονται τα σκάφη που έχουν αναλάβει τον καθαρισμό του κόλπου.

Απελπισία και κλάματα

Δεκαεπτά χρόνια τώρα ο κύριος Σάββας Αναγιάννης δεν άφησε ποτέ χωρίς ψάρια -Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος- τους συγχωριανούς του, ούτε τους ιχθυοπώλες στην αγορά. Εδώ και ένα εικοσαήμερο όμως το καΐκι του έχει ρίξει άγκυρα στο λιμανάκι των Σεληνίων και κανείς δεν ξέρει πότε τα δίχτυα του θα ξαναβραχούν στα νερά του Σαρωνικού. Έμαθε για το ατύχημα ξημερώματα, λίγες ώρες αφότου είχε συμβεί, από έναν φίλο που του τηλεφώνησε λίγο πριν χαράξει, για να του πει να πάει να ελέγξει τα δίχτυα που είχε ρίξει στα ανοιχτά. «Στην αρχή δεν έδωσα πολλή σημασία», θυμάται. «Άφησα να φέξει και, όταν πήγα να σηκώσω τα δίχτυα, όντως δεν είδα κάτι. Το μεσημέρι όμως που “γύρισε” ο καιρός, έκανε την “μπουκαδούρα” που λέμε εδώ, ήρθε όλη η πίσσα. Μια μαυρίλα έβλεπες και τίποτε άλλο». Το πρώτο πράγμα που πέρασε από το μυαλό του ήταν «ότι καταστρεφόμαστε. Όλοι βλέπαμε τη θάλασσα και σκεφτόμασταν ότι καταστραφήκαμε ακι εμείς και ο τόπος, κλαίγαμε». Το μέλλον μοιάζει μάλλον δυσοίωνο: «Είμαι 55 ετών, ποιος θα με πάρει εμένα για δουλειά; Ήμουν ναυτικός, αλλά τα δελτία έχουν πια τελειώσει». Είναι ωστόσο αποφασισμένος να παλέψει, έχει ήδη αρχίσει να συγκεντρώνει τα χαρτιά που θα απαιτηθούν για να διεκδικήσει αποζημίωση, αν και ξέρει ότι θα χρειαστεί να περιμένει πολύ μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία και να πάρει τα χρήματα. Μέχρι τότε ελπίζει να σταματήσει η καταστροφολογία και να μπορέσει να επιστρέψει στη δουλειά, γιατί προς το παρόν, όπως λέει, «ακόμα και αν ψαρέψω σε άλλη περιοχή που δεν έχει φτάσει η ρύπανση, πάλι κανείς δεν θα αγοράσει τα ψάρια μου».

Η πρώην «γαλάζια λίμνη»

Ο κύριος Σάββας δεν είναι ο μόνος επαγγελματίας της περιοχής που βλέπει να καταστρέφονται οι κόποι του. Ο γραφικός κόλπος του Λιμνιώνα μέχρι πριν από τρεις εβδομάδες φιλοξενούσε σειρές από ξαπλώστρες και ομπρέλες της καφετέριας Limniona bay και το προσωπικό δεν προλάβαινε να σερβίρει καφέ, αναψυκτικά και σνακ στους δεκάδες τουρίστες και κατοίκους της ευρύτερης περιοχής που απολάμβαναν το κολύμπι. Συναντάμε τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης Νικόλαο Μπίλλια στην εξώπορτα του μαγαζιού. Η εσωτερική αίθουσα, που τους χειμερινούς μήνες λειτουργεί ως εστιατόριο, θυμίζει αποθήκη, καθώς περιμετρικά του χώρου έχουν τοποθετηθεί οι ξαπλώστρες, τα τραπέζια, οι ομπρέλες. Στον πάγκο έχουν απομείνει τα αντίτυπα των αποδείξεων της τελευταίας ημέρας που το καφέ ήταν ανοιχτό, στα ψυγεία υπάρχουν μόνο λίγα πλαστικά μπουκάλια με νερό. Όλες αυτές τις ημέρες περιμένει τις εξελίξεις και ξαναπαίζει στο μυαλό του τις εικόνες της καταστροφής. «Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι όσοι ζωντανοί οργανισμοί υπήρχαν στον κόλπο της Λιμνιώνας είχαν πεθάνει. Το δεύτερο ήταν τα παιδάκια που το καλοκαίρι μού ζητούσαν πλαστικά ποτήρια για να πιάσουν και να βάλουν μέσα τα καβουράκια, τις γαρίδες, τα ψαράκια, και ότι όλα αυτά είχαν τελειώσει. Και φυσικά το μαγαζί μου, που δεκαεννιά χρόνια τώρα ήταν άμεσα συνδεδεμένο με την παραλία, με τη θάλασσα, το κολύμπι, τους λουόμενους, το καλοκαίρι. Ήμασταν η γαλάζια λίμνη που έγινε η μαύρη λίμνη. Και το τραγικό ήταν ότι δεν μπορούσες να κάνεις κάτι, ήμασταν όλοι θεατές σε αυτή την καταστροφή».

«Σε αυτή τη θάλασσα κολυμπούσα κι εγώ», μας είπε ο Κώστας Αμπελακιώτης, αριστερά, που εργάζεται για τον καθαρισμό της περιοχής.

 

Η επόμενη ημέρα

Πολλοί κάτοικοι και εθελοντές θέλησαν από την πρώτη στιγμή να βοηθήσουν, επισημαίνει ο κύριος Μπίλλιας: «Ο κόσμος, και είναι αξιέπαινο αυτό, κινητοποιήθηκε άμεσα, ενωμένος, χωρίς διχασμούς, αλλά είχε και μια απογοήτευση, γιατί του λέρωσαν την αυλή του. Και όταν σου λερώσουν την αυλή σου και δεν φταις, πρέπει να σου την καθαρίσουν κιόλας. Πολλοί άνθρωποι επέδειξαν αυτοθυσία και φιλότιμο, και αυτό πιστεύω θα βοηθήσει. Έχει συντελεστεί όμως ένα οικολογικό έγκλημα, ενώ όλοι έχουμε υποστεί οικονομική και ηθική βλάβη». Γρήγορα κάτοικοι και εθελοντές συνειδητοποίησαν -και έπειτα από προειδοποιήσεις των ειδικών- ότι επρόκειτο για μια κατάσταση που απαιτούσε προσεκτικούς χειρισμούς και μέτρα ασφαλείας, ώστε να μην κινδυνεύσει η υγεία τους. «Όλοι οι κάτοικοι ξέρουν πια ότι δεν πρέπει να έρχονται σε επαφή με το μαζούτ και τα κατάλοιπα», μας λέει ο πρόεδρος της κοινότητας Σεληνίων Γιώργος Επιτρόπουλος. Όλες αυτές τις ημέρες βρίσκεται δίπλα στους συντοπίτες του και στα συνεργεία. Έχοντας πια διαπιστώσει ότι οι εργασίες καθαρισμού προχωρούν ικανοποιητικά, στρέφει το βλέμμα στην επόμενη μέρα: «Φοβάμαι να μην ξεχαστεί όλο αυτό γρήγορα», ομολογεί. «Με φοβίζει ότι ήδη έχει σταματήσει ο κόσμος να έρχεται στην περιοχή, και αυτό προκαλεί προβλήματα στην οικονομία του τόπου. Είναι πολλοί οι κάτοικοι που ζουν από τη θάλασσα και τον τουρισμό, οι ψαράδες, τα καφέ, οι ταβέρνες, όπου εργάζονται και πολλοί ντόπιοι ως εποχικοί υπάλληλοι. Φοβάμαι την ερήμωση της περιοχής, ότι και να αποκατασταθεί η ζημιά, πάντα θα υπάρχει κάτι που θα το θυμίζει, ότι θα σκέφτονται πως εδώ υπήρχε μόλυνση και θα αναρωτιούνται αν είναι καλή ιδέα να κολυμπήσουν. Δεν θέλω να μείνει η ρετσινιά σε αυτόν τον τόπο, γιατί δεν το αξίζει». Μιλάει καθημερινά με όλους και έχει την αίσθηση ότι τουλάχιστον οι κάτοικοι των Σεληνίων δεν είναι διατεθειμένοι να επαναπαυτούν: «Η ψυχολογία τους δεν είναι η καλύτερη· έχουν θυμό, θλίψη, απογοήτευση, προβληματισμούς, ερωτηματικά που δεν έχουν απαντηθεί, όμως θα το παλέψουν. Υπάρχουν στιγμές που δεν χωράει πολιτική, που δεν χωράει αντιπαράθεση, που πρέπει όλοι να ενωθούμε και να γίνουμε μια φωνή γι’ αυτόν τον τόπο που καταστράφηκε». Κι αν γίνει αυτό, έχει μια ελπίδα ο γιος του, που γεννήθηκε στα μέσα του καλοκαιριού, να κολυμπήσει στην ίδια θάλασσα που έκανε και ο ίδιος τις πρώτες του απλωτές.

Ο 12χρονος Εμμανουήλ, αριστερά, αναπολεί τις ώρες που έκανε ιστιοπλοΐα στη θάλασσα των Σεληνίων. 

 

«Να μείνουμε ενωμένοι»

Η 11χρονη Μαρία έχει σταματήσει πια τις βουτιές. Πηγαίνει καθημερινά με τη μαμά της, Σοφία Κομνηνού, και κοιτάζει τη θάλασσα και την αμμουδιά, ελπίζοντας ότι θα τις δει καθαρές. Τις πρώτες ημέρες δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί, νόμιζε ότι η θάλασσα ήταν απλώς βρώμικη, μέχρι που είδε τα ψόφια ψαράκια και τα καβουράκια, τα μαύρα βότσαλα, όλα όσα ήταν τα καλοκαιρινά της παιχνίδια. «Παλέψαμε πολλά χρόνια να καθαριστεί ο Σαρωνικός», λέει η κυρία Κομνηνού, «για να μπορούν τα παιδιά μας να κολυμπούν και να χαίρονται τη θάλασσα. Τώρα γυρίσαμε πίσω, και μάλιστα με ένα πολύ πιο σοβαρό πρόβλημα». Ανησυχεί και η ίδια ότι το θέμα θα ξεχαστεί γρήγορα και τα Σελήνια θα εγκαταλειφθούν στην τύχη τους. Η ελπίδα της είναι να μείνουν οι κάτοικοι ενωμένοι και, σε συνεργασία με τον δήμο, να πιέσουν για να αποκατασταθούν το οικοσύστημα και η εικόνα της περιοχής. Ονειρεύεται «να μπορούν τα παιδιά να παίζουν, να κατεβαίνουμε όλοι στην παραλία και να χαιρόμαστε τον ήλιο και τη θάλασσα. Γιατί για άλλους μπορεί η Σαλαμίνα να είναι ένα νησί πέντε λεπτά από τον Πειραιά, για εμάς όμως είναι η πατρίδα μας, εδώ μεγαλώσαμε, εδώ μεγαλώνουν τα παιδιά μας, εδώ θα συνεχίσουμε να ζούμε. Και Ελλάδα δεν είναι μόνο τα μεγάλα νησιά, είναι και τα μικρά».

Πλησιάζει μεσημέρι και στον Λιμνιώνα οι εργαζόμενοι στον καθαρισμό κάνουν το διάλειμμά τους για φαγητό. Η δουλειά είναι σκληρή, ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο. Αναζητούν λίγη σκιά στην άδεια βεράντα του καφέ Limniona bay. Ο Κώστας Αμπελακιώτης είναι 19 ετών και μένει στον Κορυδαλλό. Έπιασε δουλειά στην εταιρεία που έχει αναλάβει την απορρύπανση πριν από μία εβδομάδα. Έχει βοηθήσει και αυτός να αλλάξει αισθητά η εικόνα της ακτογραμμής, εκεί όπου μέχρι τα τέλη Αυγούστου κολυμπούσε και ο ίδιος, και έχει την ηθική ικανοποίηση ότι «όταν θα ξαναέρθω για μπάνιο στη Σαλαμίνα, θα ξέρω ότι έβαλα κι εγώ κυριολεκτικά το χεράκι μου για να καθαριστεί». ■


Βίντεο: Σαλαμίνα τρεις εβδομάδες μετά το ατύχημα

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ