ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Δοκιμάστε το καϊμάκι

ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Είχε καλή μέρα και ντυθήκαμε στα γρήγορα να κατεβούμε για καφέ στην πλατεία. «Ήλιο ή σκιά;» ρώτησε η Μ., που δεν μπορούσε να διαλέξει τραπέζι. Καθίσαμε στον ήλιο, αλλά πήραμε ζεστό καφέ. Οι παραξενιές του φθινοπώρου. Τα παιδιά πήραν χυμό και τοστ. Έλεγαν ιστορίες από το σχολείο και γελούσαν. «Κοιτάξτε πίσω», τους είπα κάποια στιγμή και γύρισαν να δουν. «Εκεί!» Άπλωσα τον δείκτη μου προς το βάθος, πίσω από τον κεντρικό δρόμο και πάνω από τις πολυκατοικίες, στοχεύοντας το σημείο όπου αιωρούνταν ένα φουσκωτό άλογο με κοκκινωπές ρίγες· κάποιο απρόσεκτο χέρι είχε απολέσει ένα αλλόκοτο μπαλόνι. 

Πέρασε η ώρα κι έτσι είπαμε να πάμε κατευθείαν για φαγητό στους γονείς. Το συνηθίζαμε καμιά φορά τις Κυριακές. Η γιαγιά στην κουζίνα τηγάνιζε πατάτες. «Πού είναι ο παππούς;» ρώτησαν τα παιδιά. Είχε πάει να πάρει γλυκό! Αργότερα πέρασε και η αδελφή μου να μας δει. Πάλι καλά που υπάρχουν αυτές οι ιδανικές Κυριακές και βρισκόμαστε όλοι μαζί, σκέφτηκα. 

Όταν γυρίσαμε στο σπίτι, τα παιδιά είπαν ότι δεν ήταν κουρασμένα και ότι δεν ήθελαν να κοιμηθούν. «Παίξτε», τους είπα, «αλλά ήσυχα, εγώ πάω να ξαπλώσω». Πρώτα βέβαια πήγα στη βιβλιοθήκη και κουβάλησα μέχρι το κρεβάτι καμιά δεκαπενταριά βιβλία. Η Μ. με κοίταξε απορημένη. «Θα τα διαβάσεις όλα;» «Όλα», της απάντησα. «Τώρα;» «Τώρα». «Μα αυτά τα έχεις διαβάσει ήδη», είπε κοιτώντας τους τίτλους στις ράχες τους. Της εξήγησα τότε ότι τα συγκεκριμένα ήταν τα βιβλία που θα προτιμούσα να μην τα είχα διαβάσει, ώστε να έχω την προοπτική της ανάγνωσής τους μια Κυριακή μεσημέρι σαν κι αυτή, μια Κυριακή που όλα πήγαιναν καλά.   

Το απόγευμα πήγαμε με τα αγόρια να δούμε τον Παναθηναϊκό. Όταν φτιάχτηκε το καινούργιο γήπεδο, βγάλαμε διαρκείας. Προηγηθήκαμε, αλλά μας ισοφάρισαν λίγο πριν από το τέλος. Δεν πειράζει, σκέφτηκα, δεν παίξαμε κι άσχημα. Στην επιστροφή ο μεγάλος με ρώτησε αν θα μπορούσε, στη δική του ιδανική Κυριακή, να ονειρευτεί ότι κερδίσαμε. «Φυσικά», του είπα και σκέφτηκα: άλλη γενιά.

Το βράδυ ήρθαν φίλοι στο σπίτι. Τα παιδιά έβγαλαν ένα επιτραπέζιο από την ντουλάπα και το έστησαν στο σαλόνι. Εμείς καθίσαμε στο μπαλκόνι. Είχε δροσιά και βάλαμε ζακέτες. Ο Γ. και η Α. μιλούσαν για μια καινούργια ταινία που είδαν στο σινεμά. «Να πάμε κι εμείς», φώναξα στη Μ., που έφερνε το παγωτό από την κουζίνα. Το είχαν φέρει ο Τ. και ο Σ. από ένα ζαχαροπλαστείο που ανακάλυψαν στην καινούργια τους γειτονιά. «Δοκιμάστε το καϊμάκι», είπαν. Όλοι είχαν καλή διάθεση εκείνο το βράδυ.

Ο Χ. μόνο ήταν κάπως σκεφτικός και, λίγο πριν φύγει, ενώ περίμενε το ασανσέρ, κοντοστάθηκε και μου είπε: «Αν το σκεφτείς, η ιδανική Κυριακή σου δεν έχει επί της ουσίας (έτσι το είπε) και καμιά τεράστια διαφορά με τις Κυριακές που ήδη ζεις και», κατέληξε, «ίσως αυτό σημαίνει ότι είσαι μια χαρά με τη ζωή σου». Δεν του το είπα γιατί είχε πάει αργά και θα άνοιγα μεγάλη κουβέντα, αλλά αυτό που σκεφτόμουν ήταν ότι ίσως το πρόβλημα, αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα, δεν ήταν η ζωή μου, αλλά ο τρόπος που ονειρευόμουν. Κι εκείνη τη στιγμή, χωρίς απαραίτητα να το επιδιώκω, το μυαλό μου πήγε σ’ εκείνο το περίεργο μπαλόνι, το άλογο με τις ρίγες, και άρχισα τότε να αιωρούμαι ακανόνιστα πάνω από πολυκατοικίες, πάνω από ανθρώπους, πάνω από Κυριακές. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ