ΒΙΒΛΙΟ

Κρίνοντας την ίδια την κριτική

ΝΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

«Πιστεύω ότι οι παλιές μας πλάνες δεν είναι κεφάλαιο για να μας αποφέρει τόκους», γράφει ο Δημήτρης Ραυτόπουλος στο νέο του βιβλίο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ
Η κριτική της κριτικής
εκδ. Gutenberg, σελ. 339

«Οι εποχές και οι γενιές δεν είναι στεγανές, με φράχτες. Συνέχονται, συνομιλούν, συναντώνται στην έννοια της ταυτότητας. Μόνο οι σύγχρονες ταχύτητες, ο ίλιγγος και το βουητό της επικοινωνίας δίνουν αρχαιολογικές διαστάσεις στο χθες. Ο Παπαδιαμάντης δρασκελίζει τις δεκαετίες όχι μόνο με τις διαρκείς όψεις του ανθρώπου και του αγώνα του που μορφοποιεί, αλλά και με τις λογοτεχνικές γενιές που τον ευλαβούνται».
Με τον τρόπο αυτό απαντά ο σημαντικότερος σήμερα κριτικός της λογοτεχνίας μας, δοκιμιογράφος και στοχαστής Δημήτρης Ραυτόπουλος στην ερώτηση του περιοδικού «Το Δέντρο» για το αν ο ξένος αναγνώστης μπορεί να διεισδύσει στον σε «αυστηρά ηθογραφικά κινούμενο» κόσμο του Παπαδιαμάντη, προσθέτοντας ότι «η διαχρονικότητα του Παπαδιαμάντη δεν βρίσκεται στις ιδέες του αλλά στη δύναμη της χαρακτηρολογίας και τη γεύση του λόγου του».

Ο Ραυτόπουλος διαβάζει Παπαδιαμάντη «ολωσδιόλου αντίθετα από την εκτίμηση του Δημαρά» και επιλέγει να κρίνει τον Καραγάτση από κοινωνιολογική κυρίως άποψη, καθώς οι εκτιμήσεις των κριτικών της εποχής εντόπισαν στο πληθωρικής φαντασίας έργο του αποκλειστικά «τον νατουραλισμό, την σκανδαλιστική προβολή του σεξουαλικού ενστίκτου, τον κοσμοπολιτισμό, τον νιχιλισμό». Ο συγγραφέας ωστόσο του «Γιούγκερμαν» δεν ήταν μόνον «αυτό». Η βασική διάσταση των ιδεών του, σύμφωνα με τον Ραυτόπουλο, εντοπίζεται σε χώρο που «παρέμεινε στη νεκρή ζώνη της κριτικής». Επειδή «το καραγάτσειο άτομο έχει προσδιορισμούς κυρίως οικονομικούς και βρίσκεται πάντα σε ένα πλέγμα εξωατομικών σχέσεων».

21 δοκίμια

Οι θέσεις του Δημήτρη Ραυτόπουλου για την κριτική αναλύονται γλαφυρά στον εξαιρετικής επιμέλειας τόμο «Η κριτική της κριτικής», από 21 δοκίμια γραμμένα στη διάρκεια μιας δεκαπενταετίας. Εργο αναφοράς, γραμμένο σε πολυτονικό με την οξυδέρκεια και τη διεισδυτικότητα του αφοσιωμένου στην τέχνη της κριτικής και μάλιστα εκείνης που μπορεί με τρόπο αντιδογματικό να κρίνει την ίδια την κριτική.

Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, μέλος της ομάδας που εξέδωσε το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και συγγραφέας σημαντικών έργων κριτικής («Οι ιδέες και τα έργα», 1966, «Τέχνη και εξουσία», 1965, «Κρίσιμη λογοτεχνία», 1986, «Σημεία στίξεως», 1987, «Αρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος», Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου 1997), ο οποίος το 2014 τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο του υπουργείου Πολιτισμού για το σύνολο του έργου του και το 2008 αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής (Τμήμα Φιλολογίας) του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, πιστεύει απόλυτα στην κριτική ως «δημιουργία γλωσσική και έρωτα της τέχνης».

Θεωρεί μάλιστα και καθόλου άδικα ότι οι πρώτες αναλαμπές της λογοτεχνικής θεωρίας εντοπίζονται μέσα στη λογοτεχνία. Τι άλλο να σημαίνουν οι κριτικές παρατηρήσεις στα ομηρικά έπη, όπως στην περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα «που αν και χρυσή αναπαράγει την εντύπωση του μαύρου χρώματος της θεσσαλικής γης;». Και με πόση σαφήνεια ο Οδυσσέας επαινώντας τον «θείο αοιδό» Δημόδοκο ισχυρίζεται ότι εκείνος που του χάρισε «το θείο τραγούδι» δεν ήταν παρά «ο καλόγνωμος θεός».

Το πλέον πολυσήμαντο όμως της Οδύσσειας βρίσκεται στο τέλος της πρώτης ραψωδίας, όταν η Πηνελόπη δακρυσμένη ζητεί από τον Φήμιο να πάψει επιτέλους να τραγουδά τον πικρό νόστο των Αχαιών. «Τι φταίει ο ποιητής;», της αντιμιλά ο Τηλέμαχος και της υποδεικνύει αυστηρά να αποσυρθεί στα δώματά της.

Τον αποκλεισμό της γυναίκας από τον λόγο, ξαναβρίσκουμε απροσδόκητα στον Διαφωτισμό και στη Γαλλική Επανάσταση (με εξαίρεση τον Κοντορσέ), σημειώνει ο συγγραφέας και επισημαίνει: «Προσέξτε. Σε λίγους στίχους προεικάζονται η κριτική και τα αντιθετικά της πεδία (αισθηματικό – αισθητικό), ο ρεαλισμός και ο νεωτερισμός, αλλά και οι διαφορετικοί ορίζοντες προσδοκιών των δεκτών».

Στο ίδιο κεφάλαιο, το πρώτο του βιβλίου («Το λάθος της κριτικής. Μεταξύ δοκιμής και θεωρίας», το οποίο αποτέλεσε την αντιφώνηση του συγγραφέα κατά την ανακήρυξή του ως επίτιμου διδάκτορα στις 15-10-2008) ο συγγραφέας επιχειρώντας μιαν αναδρομή αιώνων κριτικής άσκησης περνά μέσω του μύθου και της ιστορίας στη θεωρία, η οποία με βάση τη Γλωσσολογία κυρίως «αποδομεί όλα τα γνωστικά πεδία που ονομάστηκαν επιστήμες του ανθρώπου». Ο συγγραφέας εντοπίζει τις παρερμηνείες και μονομέρειες που επηρέασαν με τη γοητεία και τον ριζοσπαστισμό τους την ανθρώπινη κρίση και που οδήγησαν σε εμμονές. Μέσα από την εμμονή του γλωσσικού (δημοτικισμός) αποκεφαλίστηκε η πεζογραφία μας με την απόρριψη της ιδρυτικής τριάδας (Βιζυηνός – Ροΐδης – Παπαδιαμάντης), «ηθογράφων του μικρόκοσμου». Από την άλλη το δίπολο (παράδοση – νεωτερισμός) είχε θύματα τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη και τους υπερρεαλιστές. «Από Βουτιερίδη ως Θεοτοκά ο Καβάφης και ο Καρυωτάκης δεν είναι ποιητές», γράφει ο Ραυτόπουλος.

Ιδεολογία και πολιτική

Η αυθαιρεσία της κριτικής θα κορυφωθεί με το ιδεολογικό-πολιτικό κριτήριο. «Η ιδεολογική κριτική, ιδιαίτερα η μαρξίζουσα ή μαρξιστική που ήταν από ερασιτεχνική ως απλουστευτική, αλλά σπανιότατα συγκροτημένη και συστηματική» θα προσθέσει ανάμεσα στα θύματά της τον Λασκαράτο, τον Καζαντζάκη, τον Καραγάτση, τον Τσίρκα (πολιτικά και κριτικά υπερασπίστηκε ο Δημήτρης Ραυτόπουλος τον Στρατή Τσίρκα, όταν εκείνος διεγράφη από το κόμμα του στην Αίγυπτο μετά την έκδοση της Λέσχης απαντώντας με δριμύτητα στον λίβελλο του Μάρκου Αυγέρη κατά του Τσίρκα) αλλά και τον Δημήτρη Χατζή («άνθρωποι σαν την Αξιώτη και τον Χατζή ως διανοούμενοι αλλά και ως λογοτέχνες ήταν υπό κηδεμονία, σαν άτομα με ειδικές ανάγκες στις αγκάλες της κομματικής πρόνοιας») και τον Θανάση Βαλτινό.

Η αριστερή κριτική υπήρξε σχεδόν στην ολότητά της διχασμένη και δίψυχη κατά τον Ραυτόπουλο, ο οποίος έχοντας απογοητευθεί από τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό και τις ντόπιες απομιμήσεις του» αντελήφθη σύντομα ότι στον συγκεκριμένο χώρο επικρατεί έλλειψη σεβασμού στον ίδιο τον άνθρωπο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει θέση για τον λυρισμό, το συναίσθημα, την ατομικότητα, το υπαρξιακό ανθρώπινο πρόβλημα.

«Από το κομμουνιστικό παρελθόν  μου κρατάω με ευλάβεια ό,τι απόμεινε από τη συντροφικότητα και ό,τι προδόθηκε από τον ίδιο τον κομμουνισμό: την αλήθεια, την ανθρωπιά την αντίσταση στην εξουσία-βία, στο δόγμα, στην αυθεντία. Πιστεύω ότι οι παλιές μας πλάνες δεν είναι κεφάλαιο για να μας αποφέρει τόκους», γράφει ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, του οποίου το βιβλίο δεν είναι απλώς αξιανάγνωστο ταυτισμένο απόλυτα με το αντικείμενό του. Είναι ένα βιβλίο που ακολουθεί όλους τους κανόνες της σπουδαίας εκείνης και τελείας πράξεως, όπως ορίστηκε αιώνες πριν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ