Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Γιατί είστε οι ήρωές μας, ακόμα κι αν δεν το ξέρετε

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Αν είναι ακόμη Κυριακή και απολαμβάνετε το διάβασμα της αγαπημένης σας εφημερίδας το πρώτο πραγματικά φθινοπωρινό Σαββατοκύριακο της νέας σεζόν, αξίζετε συγχαρητήρια. 

Μπορεί να μην το συνειδητοποιείτε ακριβώς αυτή τη στιγμή ξεφυλλίζοντας νωχελικά το περιοδικό μας, αλλά μάλλον το ξέρετε: ανήκετε σε μια διαρκώς συρρικνούμενη μειονότητα Ελλήνων που εξακολουθούν να αγοράζουν εφημερίδα.

Αρκεί μια ματιά στις πωλήσεις των κυριακάτικων εφημερίδων (τη θεωρητικά πιο «δυναμική» αγορά στον ελληνικό Τύπο) για να καταλάβουμε για τι ακριβώς μιλάμε. Στον δεύτερο χρόνο της κρίσης, και πιο συγκεκριμένα το πρώτο εξάμηνο του 2012, οι κυριακάτικες πολιτικές εφημερίδες πουλούσαν συνολικά 702.613 φύλλα. Ο μέσος όρος έπεσε για ολόκληρο το 2016 στα 426.941 φύλλα ανά Κυριακή, με τον περασμένο Δεκέμβριο (381.779) να «προειδοποιεί» γι’ αυτό που έρχεται. Μπορείτε να φανταστείτε ποιος ήταν ο αντίστοιχος μέσος όρος τον Αύγουστο που μας πέρασε; 236.871 φύλλα. 

Για να γίνει ακόμα πιο ευδιάκριτο το μέγεθος των απωλειών, αρκεί να αναλογιστούμε ότι το 2012 είχαμε τουλάχιστον πέντε πολιτικές κυριακάτικες εφημερίδες λίγο ή πολύ πάνω από τα 100.000 φύλλα. Σήμερα δεν έχουμε ούτε μία. Και ακόμα χειρότερα: ενώ πριν από λίγα χρόνια το «ταβάνι» ήταν τα 150.000 ή και τα 180.000 φύλλα, σήμερα η αντίστοιχη οροφή έχει χαμηλώσει στην περιοχή των 70.000 φύλλων και αφορά πλέον μόνο δύο έντυπα (το ένα το κρατάτε στα χέρια σας, ευτυχώς). Συνολικά, όπως προκύπτει από έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, μεταξύ 2011 και 2016 χάθηκαν για όλες τις ελληνικές εφημερίδες (κρατηθείτε...) 72.593.870 φύλλα. Αρμαγεδδών, όχι αστεία.

Αλλά δεν χρειαζόμαστε καν τη βοήθεια της στατιστικής. Βγείτε μια τυχαία Κυριακή σε μια τυχαία πλατεία ελληνικής πόλης με καφετέριες και μετρήστε τους ανθρώπους που διαβάζουν εφημερίδα. Θα δυσκολευτείτε αρκετά. Το ίδιο στα λεωφορεία, στο μετρό, παντού. Όσο για τους εικοσάρηδες και τους τριαντάρηδες, μιλάμε πρακτικά για μη μετρήσιμο μέγεθος: βυθισμένοι στα έξυπνα κινητά τους (όπως και πολλοί μεγαλύτεροί τους), αγνοούν εντελώς τη «διαδικασία». Όπως «εξυπνάκισε» άκακα ένας συνδαιτυμόνας σε τραπέζι όταν του είπα πριν από λίγες εβδομάδες ότι εργάζομαι σε εφημερίδα: «Α, υπάρχουν ακόμη;». Ήταν 33 ετών.

Τις αιτίες του φαινομένου, που φυσικά δεν είναι μόνο ελληνικό, έχουν αποπειραθεί να αναλύσουν πολύ ειδικότεροι από μένα: από τη μία το διαδίκτυο, όπου σχεδόν όλα προσφέρονται δωρεάν, μαζί με την τεράστια διείσδυση των social media, που εκπαιδεύει μια ολόκληρη γενιά στη γρήγορη και αποσπασματική ανάγνωση, και από την άλλη η δική μας οικονομική κρίση που απομάκρυνε αναγνώστες και ξεδόντιασε τη διαφημιστική αγορά. 

Και μετά; Τι έρχεται μετά; Τους επόμενους μήνες; Τα επόμενα χρόνια; Δεν θα απομείνει εφημερίδα για εφημερίδα στη χώρα; Όχι, φυσικά. 

Μπορεί στο μέλλον να διαβάζουμε τα νέα από τις ενημερωτικές πλατφόρμες της Google ή της Facebook, αλλά η ανάγκη για μια πολύ πιο απαιτητική δημοσιογραφία δεν θα πεθάνει τόσο εύκολα. Αυτό προϋποθέτει ένα ελάχιστο μέγεθος αντίστοιχα απαιτητικών αναγνωστών, που θα βάλουν το χέρι στην τσέπη για να στηρίξουν εκείνα τα μέσα που αισθάνονται ότι καλύπτουν τις ανάγκες τους. Είτε πρόκειται για έντυπες είτε για ηλεκτρονικές εκδόσεις. Τα πρώτα στοιχεία από τις πιο ώριμες, εκδοτικά, αγορές (π.χ. ΗΠΑ) είναι ενθαρρυντικά. Όπως τόσο ωραία το έθεσε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος των New York Times, Μαρκ Τόμπσον στην πρόσφατη κουβέντα τους με τον Αλέξη Παπαχελά στο πλαίσιο του Athens Democracy Forum, «δεν υπάρχει πιο συναρπαστική εποχή για να είσαι δημοσιογράφος».

Είστε λοιπόν οι ήρωές μας: συνεχίζετε να αγοράζετε την εφημερίδα σας, όπως έκαναν πιθανότατα οι γονείς σας, είστε οι συνεχιστές μιας μεγάλης παράδοσης σε ένα τόσο αποθαρρυντικό περιβάλλον. Μπορεί να μην το ξέρετε, αλλά νομίζω ισχύει: κάνετε καλό στον εαυτό σας, στους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά σας και τελικά και στην ίδια τη χώρα. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ