Τοποθετημένα με χρονολογική σειρά, τα εκατοντάδες γράμματα που έγραψε ο Βαν Γκογκ στον αδελφό του Τεό, εκ των οποίων περισσότερα από 650 έχουν διασωθεί, συνθέτουν σήμερα μια πλήρη αυτοβιογραφία του Ολλανδού ζωγράφου: τα μέρη όπου έζησε, οι άνθρωποι που γνώρισε, οι σκέψεις, η ζωγραφική του. Υπήρχαν περίοδοι που του έγραφε ακόμα και καθημερινά, υπογράφοντας τις περισσότερες φορές με το χαρακτηριστικό «ο αγαπημένος σου Βίνσεντ» - εξ ου και ο τίτλος της ταινίας «Loving Vincent», μιας διεθνούς συμπαραγωγής που αναμένεται στις ελληνικές αίθουσες στις 12 Οκτωβρίου από τη Filmcenter Τριανόν.

Στην ταινία παρακολουθούμε τις κινήσεις του νεαρού Αρμάν, ο οποίος έχει στα χέρια του ένα από αυτά τα γράμματα του Βίνσεντ προς τον Τεό, το τελευταίο για την ακρίβεια, το οποίο συντάχτηκε λίγο πριν από τον θάνατο του ζωγράφου. Καθώς λοιπόν ο Αρμάν δεν μπορεί να βρει τον Τεό για να του παραδώσει το γράμμα, συναναστρέφεται με τους ανθρώπους του περιβάλλοντος του Βαν Γκογκ, ανακαλύπτοντας την προσωπικότητα και το μεγαλείο του ζωγράφου, αλλά και στοιχεία γύρω από το μυστηριώδες τέλος του. Είναι η πολλοστή φορά που κάποιος κινηματογραφιστής υποπίπτει στον πειρασμό να ασχοληθεί με τον Βαν Γκογκ (άλλωστε η προσωπικότητά του ενδείκνυται), όμως εν προκειμένω το «Loving Vincent», ανεξάρτητα από το αν κάποιος θα το βρει καλό ή όχι, κομίζει στην έβδομη τέχνη κάτι ιστορικά πρωτότυπο: είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου από ελαιογραφίες ζωγραφισμένες στο χέρι. 

Πώς έγινε αυτό; Τα αρχικά πλάνα με τους αληθινούς ηθοποιούς «ντύθηκαν» με 65.000 ξεχωριστά καρέ ελαιογραφιών, όλα βασισμένα σε πίνακες του Βαν Γκογκ («μόνο μέσα από τους πίνακές μας μπορούμε να μιλάμε», έλεγε ο ίδιος), που ζωγραφίστηκαν ένα ένα από 125 καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο. Για κάθε δευτερόλεπτο από τα 94 λεπτά της ταινίας χρειάστηκαν μέρες δουλειάς. «Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν να πείσουμε τον κόσμο ότι αυτή η ταινία μπορεί να γίνει», σχολίασε ο Χιου Γουέλτσμαν, που μαζί με την Ντορότα Κομπιέλα υπογράφουν τη σκηνοθεσία και το σενάριο. Το μπάτζετ υπολογίζεται στα 5 εκατ. δολάρια.  

O Πολωνός ηθοποιός Ρόμπερτ Γκούλαζικ στον ρόλο του Βαν Γκογκ.

 

Ο Βινσεντ στην Ελλαδα

Ένας μεγάλος όγκος της δουλειάς αυτού του τεράστιου πρότζεκτ πραγματοποιήθηκε από μια ομάδα 20 Ελλήνων ζωγράφων που επιλέχθηκαν ανάμεσα στους εκατοντάδες που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του παραγωγού Κωνσταντίνου Βασίλαρου του StudioBauhaus. «Με τον Χιου Γουέλτσμαν γνωριζόμαστε από τη συνεργασία μας στην ταινία “Ο Πέτρος και ο Λύκος” (σ.σ. Όσκαρ μικρού μήκους το 2008) και, όταν σε μια συνομιλία μας ανέφερε ότι ψάχνει ταλαντούχους ζωγράφους, του πρότεινα να κάνουμε κάτι εδώ», μας εξηγεί ο ίδιος. 

Οι καλλιτέχνες που επιλέχθηκαν για να ζωντανέψουν τους πίνακες του Βαν Γκογκ πέρασαν μια ειδική εκπαίδευση και έμαθαν να δουλεύουν στους ατομικούς σταθμούς PAWS (Painting Animation Work Stations), που στάλθηκαν επί τούτω από το κεντρικό στούντιο στην Πολωνία στο στούντιο Mabrida στο Κορωπί - τον γνωστό χώρο της οικογένειας Σοφιανού. «Για να προχωρήσει σωστά η ταινία», συνεχίζει ο κ. Βασίλαρος, «υπήρχε καθημερινή επικοινωνία με την Πολωνία και χρειαζόταν ομαδική δουλειά από τους καλλιτέχνες, κάτι που έχει ενδιαφέρον αν σκεφτούμε ότι κατά τα άλλα η ζωγραφική είναι από τη φύση της μια μοναχική διαδικασία». Οι ζωγράφοι συνυπήρχαν λοιπόν στον ίδιο χώρο για δέκα μήνες, έξι ημέρες την εβδομάδα, από το πρωί μέχρι το βράδυ. 

«Η εμπειρία ήταν μοναδική, κάτι πολύ ιδιαίτερο, που δεν νομίζω ότι θα μου ξανασυμβεί, αλλά η δουλειά αυτούς τους μήνες ήταν εξαντλητική», μας είπε η ζωγράφος Αλεξάνδρα Μπαρή και έφερε ένα παράδειγμα: «Για το πλάνο των 11 δευτερολέπτων που ο Αρμάν με το κίτρινο σακάκι κυνηγάει ένα παιδί, αφιέρωσα δύο μήνες, δουλεύοντας ακόμα και 12 ώρες την ημέρα». Ο συνάδελφός της, Νίκος Κόνιαρης, συμφώνησε ότι το πρότζεκτ ήταν «προκλητικά δύσκολο» και μας εξήγησε ότι «καμιά φορά η διαφορά από το ένα καρέ στο άλλο ήταν η κίνηση μιας τρίχας, δηλαδή το επόμενο δέκατο του δευτερολέπτου στην ταινία. Το αποτέλεσμα όμως σε αντάμειβε». Εν τω μεταξύ, το γεγονός ότι επρόκειτο για μια ταινία για τον Βαν Γκογκ και όχι για κάποιο οποιουδήποτε άλλου θέματος animation λειτούργησε ως ένα επιπλέον κίνητρο για τον ίδιο - «ήταν το πρώτο στοιχείο που με τράβηξε σε αυτή την ταινία, ο Βαν Γκογκ είναι ένας από τους πολύ αγαπημένους μου ζωγράφους και ένας από τους πρώτους που γνώρισα από όταν ήμουν μικρός», σχολίασε. 

Η ζωγράφος Νεφέλη Σουλακέλλη επί το έργον εντός των ειδικών «σταθμών» που τοποθετήθηκαν στο στούντιο στο Κορωπί. 

 

Ζωγραφίζοντας σαν τον Βαν Γκογκ

«Μέχρι να ξεκινήσουμε είχα την εντύπωση ότι τα περισσότερα θα γίνονταν ψηφιακά», μας είπε η ζωγράφος Νεφέλη Σουλακέλλη, που επίσης συμμετείχε στο πρότζεκτ, «αλλά αποδείχτηκε ότι θα γίνονταν όλα στο χέρι, καθώς η παραγωγή ήθελε να πετύχει τις ακριβείς αποχρώσεις του Βαν Γκογκ». Όπως μας εξήγησε, αυτό είναι κάτι αρκετά δύσκολο, γιατί μια δική του πινελιά μπορεί να έχει 3-4 διαφορετικές αποχρώσεις. «Αυτόν τον αυθορμητισμό δεν μπορείς εύκολα να τον αποδόσεις», πρόσθεσε. «Τα χρώματά του είναι εντελώς δικά του». 

Οι προκλήσεις για τη δημιουργία αυτής της ταινίας ήταν έτσι κι αλλιώς ατελείωτες. Όπως ότι χρειάστηκε ορισμένοι από τους πίνακες του Βαν Γκογκ που χρησιμοποιήθηκαν ως βάση να αλλάξουν σχήμα ώστε να προσαρμοστούν στις απαιτούμενες διαστάσεις για την ταινία (103 x 60). Ή ότι κάποιοι πίνακες που απεικόνιζαν ένα, για παράδειγμα, μεσημεριανό τοπίο έπρεπε για τις ανάγκες του σεναρίου να μετατραπούν ώστε η εικόνα να παραπέμπει σε νύχτα. Το ίδιο ίσχυε και για τις εποχές. Σε κάθε περίπτωση, το παν ήταν η αισθητική να μην ξεφεύγει στο ελάχιστο από αυτήν του σύμπαντος του Βαν Γκογκ. Το αποτέλεσμα; «Η ταινία μού φάνηκε ακόμα καλύτερη από όσο περίμενα, αλλά, ανεξάρτητα από αυτό, η ιστορία της δημιουργίας της αποτελεί ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα», μας είπε ο κ. Βασίλαρος. «Ένα μικρό λιθαράκι έβαλε ο καθένας μας, αλλά ήταν πολύ συγκινητικό όταν είδα τελικά την ταινία στο φεστιβάλ Melitzazz στο Λεωνίδιο, που μπορούσα να δείξω στους φίλους μου που κάθονταν δίπλα μου τα κομμάτια για τα οποία ήμουν υπεύθυνος», σχολίασε ο Νίκος Κόνιαρης.

Από τους ηθοποιούς της ταινίας ξεχωρίζει ο πρωταγωνιστής, ο νεαρός Βρετανός Ντάγκλας Μπουθ, αλλά και τα δύο μέλη της οικογένειας Γκασέ που σημάδεψαν τις τελευταίες ημέρες του ζωγράφου: ο πατέρας, ο γιατρός Γκασέ, τον οποίο υποδύεται ο Τζέρομ Φλιν (γνωστός από τον ρόλο του Μπρον στο «Game of Thrones»), και η κόρη του Μαργκερίτ, στον ρόλο της οποίας συναντάμε την εξαιρετική Σίρσα Ρόναν (υποψήφια για δύο Όσκαρ στα «Brooklyn» και «Atonment»). Μάλιστα, ένας μυθοπλαστικός μονόλογος της Μαργκερίτ γέμισε τις σελίδες του «Βαλς των δέντρων και του ουρανού» (εκδ. Πόλις), του πιο πρόσφατου βιβλίου του Ζαν Μισέλ Γκενασιά. Δανειζόμαστε κάποια «δικά της» λόγια: «Ο Βίνσεντ ζωγράφισε τον κόσμο με τρόπο πολύ ωραιότερο από εκείνον με τον οποίο τον έπλασε ο Θεός». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ