Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Πάνος Καμμένος
Κολυμπώντας μέσα στη γυάλα

Ε​​ίναι, λέει*, δυο νεαροί σπάροι και συναντούν έναν μεσήλικα σαργό. «Τι έγινε, αγόρια;», τους λέει. «Πώς είναι σήμερα το νερό;». Οι νεανίες τον προσπερνούν. Λίγο παρακάτω ο ένας ρωτάει τον άλλο: «Ρε φίλε, τι είναι νερό;».

Κάθε φορά που ανοίγει το στόμα του ο Πάνος Καμμένος απελευθερώνει ένα πέλαγος από ιωδιούχα άνθη: Βλάκες· απατεώνες· πιστόλια· γιουσουφάκια· υπάνθρωποι· νταβατζήδες. Αυτή η συλλογή είναι μόνο από την τελευταία του κοινοβουλευτική ομιλία και δεν είναι καν εξαντλητική. Είπε κι άλλα. Ομως, θα πει κανείς, πού είναι η είδηση; Αυτό ήταν πάντα το ιδίωμά του. Τέτοιος ήταν και όταν αδελφοποιήθηκε με τον Τσίπρα, σαν έξω δεξιά φλέβα του αντιμνημονίου. Κάθε φορά που ο Τσίπρας επωμίζεται όλο και μεγαλύτερο πολιτικό κόστος για να επικυρώσει αυτή τη σχέση, η αντιπολίτευση και τα media φωνάζουν σαν αιφνιδιασμένοι ότι οι εταίροι έχουν πια συγχωνευθεί. Αυτή τη φορά, η αυτοθυσιαστική συνηγορία του Τσίπρα ερμηνεύτηκε ως ανταλλαγή για την ψήφο των ΑΝΕΛ σε νομοσχέδια με τα οποία διαφωνούν. Λες και δεν ήταν ούτως ή άλλως αναγκασμένος ο πρωθυπουργός να στηρίξει τον Καμμένο. Λες και ο Καμμένος θα άφηνε τη δεδηλωμένη να ραγίσει.

Ούτε η συγχώνευση είναι νέα, ούτε η ασύμμετρη ακτινοβολία που έχει ο ελάσσων κυβερνητικός εταίρος. Αντίστροφα προς το εκλογικό και το κοινοβουλευτικό του μέγεθος, έχει σφραγίσει όχι μόνο τη φυσιογνωμία της κυβέρνησης· έχει επηρεάσει και τους τρόπους των αντιπάλων. Η υπερχειλής παρουσία του υπουργού Αμυνας –το ύφος της εξουσίας του– προκαλεί πολωτική αντίδραση τόσο ισχυρή που αλλοτριώνει και όσους τον αντιπολιτεύονται. Τους προκαλεί τέτοια αλλεργία, που τους εξωθεί να περιχαρακώνονται με αντίστοιχους, διχαστικούς όρους απέναντι στους «ψεκασμένους».

Αυτή η ασύμμετρη επιρροή είναι πια ρουτίνα. Κολυμπάμε μέσα σε μια ΑΝΕΛοποιημένη δημόσια σφαίρα, σαν ψάρια που δεν έχουν πια επίγνωση του νερού.

* Από το «Αυτό εδώ είναι νερό» του David Foster Wallace.

Χιου Χέφνερ
Οταν σχολάει το πάρτι

​​Τον πολιτισμό τον διαμορφώνουν καμιά φορά πιο δραστικά εκείνοι που δεν έχουν καθόλου πολιτιστικές προθέσεις. Οταν, στα 29 του, με δανεικά και κάτι ψιλά από τη μαμά του, ο Χιου Χέφνερ έστησε το πρώτο τεύχος του Playboy, δεν είχε την ατζέντα που κάποιοι επιχειρούν τώρα, μετά θάνατον, να του αποδώσουν. Δεν είχε ακόμη επινοήσει την πολιτική επίφαση, που του επέτρεψε αργότερα να ταυτίσει την ελευθερία του γυμνού με την ελευθερία του λόγου. Κι ωστόσο, η επιρροή αυτού του εμπορικού εγχειρήματος διαπότισε την παγκοσμιοποιημένη λαϊκή κουλτούρα του εικοστού –δηλαδή του αμερικανικού– αιώνα όσο λίγα πνευματικά προϊόντα.

Στην εποχή του, ο Χέφνερ ήταν πολύ λιμπερτίνος για τις αντοχές της Δεξιάς, και πολύ φαλλοκράτης για τα ήθη της Αριστεράς. Με τα σημερινά αισθητικά και πολιτικά μέτρα, ήταν λιγότερο το πρώτο και περισσότερο το δεύτερο. Λιγότερο ελευθέριος και περισσότερο ατζέντης. Στυλάτος –αν στον ορισμό του στυλ χωράει σαν επίσημο ένδυμα η μεταξωτή πιτζάμα– ολίγον διανοούμενος, αλλά προπαντός σαρκοβόρος.

Το είδος της ανδρικής ταυτότητας που κατασκεύασε ο Χέφνερ –ο σκύμνος που μένει ισοβίως όμηρος του ντούρου ναρκισσισμού του– είχε μεγάλη αν και, όπως πάντα, καθυστερημένη απήχηση στην Ελλάδα. Τέλη δεκαετίας του ’80, όταν πια ο αυθεντικός Χέφνερ είχε παρακμάσει στην Αμερική –και ανεξάρτητα από την ελληνική αντιπροσωπεία της βιομηχανίας του– στο εγχώριο στερέωμα μεσουρανούσαν οι μιμητές του.

Βλέποντας αυτές τις ημέρες τις εικόνες από τα στερνά του εκδότη του Playboy, δεν μπορείς παρά να θυμηθείς εκείνους τους ντόπιους χεφνερίσκους· την ευτελή τους «πολυτέλεια»· τον «κοσμικό» επαρχιωτισμό τους. Είναι εύκολο να το λες εκ των υστέρων, αλλά στην κορύφωση του πάρτι τους προεικαζόταν ήδη η αφυδάτωση του χανγκόβερ. Πρόδιδαν ότι, γρήγορα ή γρηγορότερα, δεν θα τους έμενε ούτε το σάλιο που σπαταλούσαν στα πούρα τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ