Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Η εκούσια αγλωσσία του «όλοι ίδιοι είναι»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η​​ «εκτίμηση πολιτικών τάσεων», όπως την κατέγραψε η πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (για τον ΣΚΑΪ), έχει ένα στοιχείο το οποίο, όσο ψύχραιμα και περιστασιακά να το αντιμετωπίσει κανείς, τρομάζει. Ας επαναλάβουμε, εν τάχει, τα δεδομένα:

Στην ερώτηση αν η κυβέρνηση θα λάβει νέα μέτρα, το 85,5% απαντά ότι πιστεύει πως θα ληφθούν πρόσθετα μέτρα. Στην ερώτηση αν τα πράγματα κινούνται προς τη σωστή ή προς τη λάθος κατεύθυνση, το 80% απαντά προς τη λάθος. Το 58,5% αναφέρει ότι δεν είναι ικανοποιημένο από το έργο της κυβέρνησης, το 34% απαντά ότι δεν είναι ικανοποιημένο αλλά δεν υπάρχουν καλύτερες εναλλακτικές, ενώ το 6% δηλώνει ικανοποιημένο από το κυβερνητικό έργο. Οσο για την πρόθεση ψήφου, η Ν.Δ. συγκεντρώνει 30,5% (έναντι 33% στην προηγούμενη σφυγμομέτρηση), ο ΣΥΡΙΖΑ 17,5% (από 15%).

Εκτός από τις προβεβλημένες, αυτές, απαντήσεις, υπάρχει και μια λιγότερο... φαντεζί: στην επισήμανση ότι «πριν από λίγες ημέρες ολοκληρώθηκε η Διεθνής Εκθεση Θεσσαλονίκης» με τις ομιλίες του Αλέξη Τσίπρα και του Κυριάκου Μητσοτάκη, το 47,5% δηλώνει ότι δεν παρακολούθησε τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού και το 41,5% δεν άκουσε τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Στιγμιαία ίσως η ένδειξη αλλά όχι αμελητέα.

Πώς ενημερώνονται οι πολίτες; Ενα σημαντικό ποσοστό, καθώς φαίνεται, περίπου ένας στους δύο, δεν ενημερώνεται καθόλου για τα τεκταινόμενα στην πολιτική. Ζει, ιδία βουλήσει, περιθωριοποιημένο. Ενα άλλο ποσοστό ενημερώνεται όχι πρωτογενώς αλλά διαμεσολαβημένα. Στην εποχή δηλαδή της ανοιχτής, αδιαμεσολάβητης, επικοινωνίας, στην οποία ο καθένας μπορεί να έχει πρόσβαση, διαδικτυακά εκτός από τηλεοπτικά, στο γεγονός την ώρα που διαδραματίζεται, που μπορεί να το παρακολουθήσει ακόμη και από το κινητό του, όπου κι αν βρίσκεται, ένας σημαντικός αριθμός πολιτών, απλώς, δεν το κάνει. Είναι πολλοί όσοι ζουν την πραγματικότητα ως προσομοίωση. Μέσα από σχόλια στο Facebook ή στο Twitter, από ανταλλαγές μηνυμάτων ή συζητήσεις τυχαίες, ανακυκλώνεται μια σωστή ή λάθος εκτίμηση· οι υπαινιγμοί εμφανίζονται ως διαπιστώσεις, η υπόνοια ως αυτονόητη αλήθεια. Η διαδικασία αυτή δεν ορίζεται από τα fake news· μπορεί να διευκολύνει εξαιρετικά τη διάδοσή τους, να μοιάζει με ευπρόσδεκτο εθελοντισμό για την αναπαραγωγή τους, αλλά η βάση εκκίνησης δεν είναι οι «ψευδείς ειδήσεις».

Και αναρωτιέται κανείς: πώς ενώ τα ποσοστά δυσαρέσκειας αυξάνονται για την κυβέρνηση, μαζί με τη δυσπιστία και τη διάψευση προσδοκιών, δημοσκοπικά ο ΣΥΡΙΖΑ έχει έως και μια ελαφριά τάση ανόδου; Πώς ενώ το «53,5% θεωρεί ότι ο Παναγιώτης Κουρουμπλής ευθύνεται για τη ρύπανση στον Σαρωνικό και πρέπει να παραιτηθεί», το συμβάν (μιλάμε για οικολογική καταστροφή) περνάει πολύ γρήγορα σε δεύτερη μοίρα. Κανένας δεν αισιοδοξεί για το μέλλον, αλλά η απογοήτευση πιστώνεται στα ποσοστά της απάθειας και της παραίτησης, όχι της Ν.Δ.

Η ηττοπάθεια της ελληνικής κοινωνίας, η έλλειψη «καλών ειδήσεων» με αντίκρισμα που να αποτυπώνεται στην πράξη, στην καθημερινότητα, οδηγεί, ενδεχομένως, σε ταυτίσεις με τη χειρότερη εκδοχή: με φτηνά ψέματα και δικαιολογίες, επικοινωνιακές αστειότητες, ευδιάκριτες και κουραστικές, με αντιδράσεις «συγγενών» της κυβέρνησης που συνοψίζονται σε δηλώσεις του ύφους «στα τσακίδια» ή «το τακούνι του παπουτσιού μου δεν αξίζει να πατήσει κανένα σκουλήκι της συμμορίας τους». Να κατρακυλά, δηλαδή, η κοινωνία στον χειρότερο εαυτό της, στην ταύτιση με την παρακμή γιατί θεωρεί ότι «αυτή της αξίζει» κι όχι το καλύτερο. Πόσο μάλλον που το «καλύτερο» δεν μπαίνει καν στον κόπο να το αναζητήσει. Εξακολουθεί να περιμένει ότι θα στάξει από τον ουρανό ή δεν το αναγνωρίζει σε κανένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης; Πώς όμως θα ενισχυθεί το «καλύτερο» άμα δεν βλέπει –κυριολεκτικά–, δεν παρακολουθεί τα γεγονότα, για να κρίνει άμεσα, να συνθέσει την ιδίαν άποψη, απευθείας και όχι διαμεσολαβημένα; Η εκούσια αγλωσσία του «όλοι ίδιοι είναι» αποτελεί μια από τις πιο επικίνδυνες εκδοχές πολιτικής χρεοκοπίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ