ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ρυθμίσεις-φρένο στο επιχειρείν ενώ το κράτος παραμένει μεγάλο

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΙΦΑΒΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην 116η θέση μεταξύ 159 χωρών, κατρακυλώντας 27 θέσεις σε σχέση με την προηγούμενη μελέτη, βρίσκεται η Ελλάδα ως προς τον Δείκτη Οικονομικής Ελευθερίας που καταρτίζει το Ινστιτούτο Fraser του Καναδά.

Αν και όπως επισημαίνει το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών «Μάρκος Δραγούμης» (ΚΕΦίΜ), το οποίο παρουσίασε χθες σε συνέντευξη Τύπου τα αποτελέσματα της μελέτης, τα στοιχεία για την Ελλάδα έχουν επηρεασθεί από την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων το 2015, αρκετά από τα χαρακτηριστικά, παθογένειες κατά πολλούς, της ελληνικής οικονομίας που καταγράφονται και αξιολογούνται αρνητικά είναι μάλλον διαχρονικά. Οικονομική ελευθερία σημαίνει αναμφίβολα λιγότερες ρυθμίσεις ή πιο ελαστικές σχέσεις στην αγορά εργασίας. Από την άλλη, όμως, παρατηρείται ότι στα κράτη που φιγουράρουν στις πρώτες θέσεις του εν λόγω δείκτη καταγράφεται και οικονομική ευημερία.

Στο πλαίσιο της μελέτης του Ινστιτούτου Fraser αξιολογούνται πέντε επιμέρους πεδία, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει την τελευταία θέση ως προς το μέγεθος του κράτους, την 159η, και βαθμολογία 3,42 (σε μια κλίμακα από το 1 έως το 10, με το 10 να σημαίνει τον μέγιστο βαθμό οικονομικής ελευθερίας).

Ο λόγος είναι κυρίως οι πολλές επιχειρήσεις που εξακολουθούν να ελέγχονται από το κράτος (στον σχετικό υποδείκτη η Ελλάδα παίρνει βαθμό 2) και οι συντελεστές φόρου επί εισοδήματος και μισθών (επίσης η Ελλάδα συγκεντρώνει βαθμολογία 2). Πολύ χαμηλά κατατάσσεται η Ελλάδα, στην 121η θέση, σε ό,τι αφορά το ρυθμιστικό περιβάλλον, καθώς θεωρείται ότι υπάρχουν πολλοί κανόνες κυρίως στην αγορά εργασίας και στην επιχειρηματικότητα, οι οποίοι περιορίζουν την οικονομική ελευθερία. Συνολικά στο πεδίο αυτό η Ελλάδα συγκεντρώνει βαθμολογία 6,40, όμως οι επιδόσεις είναι ακόμη πιο χαμηλές σε επιμέρους δείκτες: 2,33 ως προς τις διοικητικές προϋποθέσεις άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας – εν πολλοίς η γραφειοκρατία και η πολυνομία. Επίσης, 4,85 σε ό,τι αφορά τις ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας –με άλλα λόγια η αγορά εργασίας θεωρείται υπερρυθμισμένη– αλλά και βαθμό 4 στον υποδείκτη δωροδοκίες-ευνοιοκρατία.

Σε πολύ καλύτερη θέση, στην 47η, κατατάσσεται η Ελλάδα ως προς τη λειτουργία του νομικού συστήματος και της προστασίας των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, λαμβάνοντας συνολική βαθμολογία πάνω από τη βάση και συγκεκριμένα 5,98. Πρόκειται μάλιστα για το μοναδικό από τα πέντε πεδία, όπου η επίδοση είναι βελτιωμένη σε σύγκριση με την περυσινή έρευνα που αφορούσε τα στοιχεία του 2014.

«Χαμηλά» τα δικαστήρια

Υπάρχουν ωστόσο δύο εξαιρετικά αποθαρρυντικά στοιχεία: ως προς την αμεροληψία των δικαστηρίων, η Ελλάδα βαθμολογείται με μόλις 2,97 και ως προς τη νομική εκτέλεση των συμβάσεων παίρνει επίσης βαθμό κάτω από τη βάση, 4,13.

Σε ό,τι αφορά τη σταθερότητα του νομίσματος η Ελλάδα κατατάσσεται στην 87η θέση, με τη βαθμολογία να είναι 8,35 έναντι 9,70 στην περυσινή έκθεση, υποχώρηση που δικαιολογείται από την επιβολή των περιορισμών στην κίνηση των κεφαλαίων.

Στην 56η θέση κατατάσσεται η χώρα μας ως προς την ελευθερία διεξαγωγής του διεθνούς εμπορίου, συγκεντρώνοντας συνολική βαθμολογία 7,64, αλλά 5,03 στον υποδείκτη περιορισμοί στην ξένη ιδιοκτησία και στις ξένες επενδύσεις.

Ρουμανία, Βουλγαρία, Αλβανία και Κύπρος σημειώνουν μεγάλη άνοδο

Η πτώση της Ελλάδας κατά 27 θέσεις σε σχέση με την περυσινή έκθεση του Ινστιτούτου Fraser «χαρίζει» μια θέση μεταξύ των πέντε χωρών που σημείωσαν τη μεγαλύτερη υποχώρηση στη γενική κατάταξη. Οι άλλες τέσσερις είναι η Βενεζουέλα, η Αργεντινή, η Βολιβία και η Ισλανδία.

Από την άλλη, οι πέντε χώρες που σημείωσαν τη μεγαλύτερη άνοδο είναι η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Αλβανία, η Κύπρος και η Ρουάντα, στοιχείο που το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών «Μάρκος Δραγούμης» (ΚΕΦίΜ) χαρακτηρίζει προβληματικό, δεδομένου ότι οι τέσσερις πρώτες χώρες βρίσκονται στην ευρύτερη γειτονιά μας και αποκτούν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι της Ελλάδας.

Ας σημειωθεί, δε, ότι η Ελλάδα καταλαμβάνει τη χειρότερη θέση μεταξύ όλων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και μεταξύ όλων των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Οι τελευταίες, βεβαίως, βελτιώνουν τα τελευταία χρόνια συνεχώς τη θέση τους ως προς τον δείκτη οικονομικής ελευθερίας, καθώς μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού πέρασαν στο άλλο άκρο, υιοθετώντας λογικές ακόμη και πλήρους κατάργησης των στοιχειωδών ρυθμίσεων, για παράδειγμα στην αγορά εργασίας.

Τις πρώτες πέντε θέσεις της γενικής κατάταξης καταλαμβάνουν το Χονγκ Κονγκ, η Σιγκαπούρη, η Νέα Ζηλανδία, η Ελβετία και η Ιρλανδία.

Πλούσιες χώρες

Σύμφωνα με την έκθεση του Ινστιτούτου Fraser, το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2015 στις χώρες που βρίσκονται στις πρώτες 40 θέσεις του δείκτη οικονομικής ελευθερίας ήταν 42.463 δολάρια, ενώ στις χώρες που βρίσκονται στις 40 τελευταίες θέσεις το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν μόλις 6.036 δολάρια. Στις χώρες που βρίσκονται στις πρώτες 40 θέσεις του ίδιου δείκτη το προσδόκιμο ζωής είναι 80,7 έτη, ενώ σε αυτές που βρίσκονται στις 40 τελευταίες θέσεις το προσδόκιμο ζωής είναι 64,4 έτη. Επιπλέον, στις χώρες με υψηλό δείκτη οικονομικής ελευθερίας τα δικαιώματα των πολιτών προστατεύονται περισσότερο, ενώ παρατηρούνται λιγότερες ανισότητες μεταξύ των φύλων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ