ΕΛΛΑΔΑ

Οι μαρμάρινες κεφαλές και ο «Δημόκριτος»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Η μαρμάρινη κεφαλή αγάλματος (αριστερά) βρέθηκε σε σακίδιο στο κατάστημα της κατηγορουμένης. Η κεφαλή ειδωλίου (δεξιά) ήταν τυλιγμένη με χαρτοπετσέτα. Η κάτοχός τους υποστηρίζει ότι είναι πλαστά.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ηταν Ιούλιος του 2014, όταν σε αστυνομική έρευνα σε αρχαιοπωλείο της Αθήνας κατασχέθηκαν δύο μαρμάρινες κεφαλές αγάλματος και ειδωλίου. Η πρώτη βρέθηκε μέσα σε σακίδιο πλάτης και η δεύτερη ήταν τόσο μικρή που είχε τυλιχθεί σε χαρτοπετσέτα. Αρχαιολόγοι εκτίμησαν τη συνολική αξία τους στις 300.000 ευρώ. Η κάτοχός τους όμως υποστηρίζει ότι είναι φτηνές απομιμήσεις. Το ζήτημα της αυθεντικότητάς τους αναμένεται να τεθεί στο επίκεντρο δίκης κυκλώματος αρχαιοκαπήλων. Σε μια υπόθεση με πληροφοριοδότες, μυστικές επιχειρήσεις και πλαστές ταυτότητες, η διαπίστωση της προέλευσης των δύο αντικειμένων μπορεί να κρίνει –μεταξύ άλλων– εάν ένας άνθρωπος θα καταλήξει στη φυλακή.

Η αρχαιοπώλις δεν ήταν άγνωστη στις Αρχές. Οπως έχουν βεβαιώσει με καταθέσεις τους πέντε αστυνομικοί, τουλάχιστον από το 2007 συνεργαζόταν ως πληροφοριοδότης με το τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας ή υποδυόταν την αγοράστρια σε επιχειρήσεις εξάρθρωσης εγκληματικών δικτύων. Μάλιστα, η υποδιεύθυνση Εσωτερικών Λειτουργιών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής είχε εκδώσει ψεύτικη ταυτότητα με τη φωτογραφία της, για να τη χρησιμοποιεί στις επαφές της με παράνομα κυκλώματα. Η συνδρομή της σε ανάλογες υποθέσεις ήταν τέτοια, που με τέσσερα έγγραφά του προς το υπουργείο Πολιτισμού, το τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας την πρότεινε ως αποκλειστικό δικαιούχο αμοιβής έπειτα από ανάκτηση αρχαιοτήτων συνολικής αξίας άνω των 18 εκατομμυρίων ευρώ.

Το καλοκαίρι του 2014 η αρχαιοπώλις προετοιμαζόταν για νέα, σημαντική έρευνα στη Σκύδρα. Στην ευρύτερη περιοχή εικαζόταν ότι είχε βρεθεί σπάνιος τάφος της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τμήμα του φέρεται να είχε συληθεί και πολλά αντικείμενα να είχαν καταλήξει στο Μόναχο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, πιθανότατα ο τάφος να ανήκε στην Ολυμπιάδα, τη μητέρα του Μακεδόνα στρατηλάτη. Η αρχαιοπώλις όμως και ο αστυνομικός που θα τη συνόδευε συνελήφθησαν από τη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. προτού μεταβούν στη Μακεδονία.

Το 2016 ο αστυνομικός απηλλάγη με βούλευμα, καθώς δεν διαπιστώθηκε εμπλοκή του σε παράνομες πράξεις. Η αρχαιοπώλις, όμως, δεν είχε την ίδια τύχη. Κατηγορείται με άλλα εννέα άτομα για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, ενώ της αποδίδεται διαμεσολαβητικός ρόλος σε παράνομες αγοραπωλησίες άλλων αρχαιοτήτων. Ακόμη, μετά την ανακάλυψη των δύο μαρμάρινων κεφαλών κατηγορείται και για υπεξαίρεση μνημείων. Η δίκη επρόκειτο να ξεκινήσει την Παρασκευή, στο Ε΄ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών.

Τα πορίσματα

Η αρχαιοπώλις αρνείται όλες τις κατηγορίες. Υποστηρίζει ότι οι δύο κεφαλές που εντοπίστηκαν στο κατάστημά της είναι πλαστές, φιλοτεχνήθηκαν από άγνωστο σε εκείνη γλύπτη προ 40ε­τίας και πέρασαν τα χέρια της μετά τον θάνατο του πατέρα της. Τον Νοέμβριο του 2014 τριμελής επιτροπή της Διεύθυνσης Τεκμηρίωσης του υπουργείου Πολιτισμού είχε διαφορετική άποψη. Εκρινε ότι η κεφαλή του αγάλματος αξίζει 250.000 ευρώ, ενώ του ειδωλίου 50.000 ευρώ. Η πρώτη έχει ύψος 20 εκατοστά και σώζεται με μικρό τμήμα του λαιμού. Εχει αμυγδαλωτά μάτια και ελαφρά ανασηκωμένο πιγούνι. Το μεγαλύτερο μέρος του κρανίου καλύπτεται από ύφασμα που αφήνει ελεύθερες τρεις σειρές σφαιρικά αποδιδόμενων βοστρύχων στο μέτωπο, στα πλάγια και πίσω. Οι αρχαιολόγοι το χρονολόγησαν στο «500 π.Χ. ή λίγο αργότερα». Αντίστοιχα, η τραπεζιόσχημη κεφαλή του ειδωλίου –μόλις 5 εκατοστά σε ύψος– αποδίδεται στην τελική Νεολιθική περίοδο.

Το 2015, έπειτα από αίτημα της πλευράς της κατηγορουμένης, ο Γερμανός καθηγητής αρχαιολογίας Ανρέας Χίλερτ εξέτασε –μέσω φωτογραφιών– τα δύο αντικείμενα και έκρινε ότι πρόκειται για απομιμήσεις. Ανέφερε μάλιστα ότι από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα πολυάριθμα παρόμοια κομμάτια. Ακόμη, εκπρόσωποι διεθνούς οίκου δημοπρασιών έκριναν ότι τα αντικείμενα δεν είναι μεγάλης αξίας. Λίγους μήνες αργότερα συστάθηκε δευτεροβάθμια τριμελής επιτροπή για τον επανακαθορισμό της χρηματικής αξίας των κεφαλών. Δύο αρχαιολόγοι που συμμετείχαν σε αυτή αποδέχθηκαν το πόρισμα της πρωτοβάθμιας επιτροπής. Αντιθέτως, ο Γιάννης Μανιάτης, διευθυντής του εργαστηρίου Αρχαιομετρίας του Εθνικού Κέντρου Ερευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», πρότεινε μία σειρά μη επεμβατικών φυσικοχημικών αναλύσεων ώστε να επαληθευθούν τα αρχικά συμπεράσματα.

Ζήτησε να γίνει χρήση οπτικού μικροσκοπίου και φορητού συστήματος ανάλυσης ακτίνων-Χ. Οπως εξήγησε στην τεχνική του έκθεση, με αυτές τις εξετάσεις θα προσδιοριστούν: τα χαρακτηριστικά της διάβρωσης και των επικαθίσεων (ίχνη σμίλευσης και τυχόν χημικά που μπορεί να χρησιμοποιήθηκαν σε περίπτωση τεχνητής διάβρωσης) και τα φυσικά χαρακτηριστικά του μαρμάρου που δίνουν πληροφορίες για τη φύση και προέλευση της πρώτης ύλης. Ακόμη πρότεινε τη λήψη δείγματος μαρμάρου 5mm X 5mm από την κεφαλή του αγάλματος για περαιτέρω εργαστηριακή μελέτη, καθώς και λήψη ξύσματος μερικών χιλιοστών από την επιφάνεια και των δύο αντικειμένων για ορυκτολογική ανάλυση των επικαθίσεων. Αυτές οι εξετάσεις, σημειώνει στην έκθεση, σε συνδυασμό με την αρχαιολογική τυπολογική εξέταση μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά στην τεκμηρίωση της αυθεντικότητας των αντικειμένων. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν πραγματοποιηθεί.

Η περίπτωση Ζενεμπίση

Αν το δικαστήριο δεχθεί το σχετικό αίτημα της κατηγορουμένης, αυτή δεν θα είναι η πρώτη φορά που ζητείται η γνωμοδότηση του «Δημόκριτου». Τον Σεπτέμβριο του 1983, σύμφωνα και με παλαιότερα δημοσιεύματα της «Κ», ο Γεώργιος Ζενεμπίσης είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη 11 ετών βάσει γνωμάτευσης της αρχαιολογικής υπηρεσίας. Είχε συλληφθεί ως κατηγορούμενος για συμμετοχή στο κύκλωμα του περιβόητου Γερμανού αρχαιοκάπηλου Στέφαν Γκέριγκε. Η δίκη του είχε διαχωριστεί, καθώς στην κατοχή του Ζενεμπίση είχαν βρεθεί ένα βάζο κορινθιακού τύπου και μια κεφαλή της ελληνιστικής περιόδου. Εκείνος από την πρώτη στιγμή υποστήριζε ότι ήταν πλαστά.

Τελικά ζητήθηκε από τον «Δημόκριτο» η εξέταση των αντικειμένων με C-14, ειδική μέθοδο χρονολόγησης με άνθρακα. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν τον ισχυρισμό του Ζενεμπίση. Το βάζο και η κεφαλή στάλθηκαν έπειτα στην Οξφόρδη για επανέλεγχο. Το πόρισμα τότε ανέφερε ότι και τα δύο αντικείμενα είχαν κατασκευαστεί την τελευταία πενταετία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ