Κωνσταντίνος Ζούλας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΟΥΛΑΣ

Θα μας κάνει ό,τι θέλει ο Θύμιος-Beat;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πάνε  αρκετά χρόνια, αλλά είναι από αυτές τις ιστορίες που σου μένουν αξέχαστες. Εχω μόλις προσγειωθεί από τις Βρυξέλλες και έχω πάρει ταξί από το αεροδρόμιο με προορισμό την «Καθημερινή». Στη διαδρομή –Αττική και εθνική οδός– δεν έχω ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα με τον ταξιτζή, γιατί έχω αργήσει και το μυαλό μου είναι στη δουλειά. Με τα πολλά, φτάνουμε στο Νέο Φάληρο και ο ταξιτζής μού ζητάει να του πληρώσω ένα εξωπραγματικό ποσό σε σχέση με αυτό που έγραφε το ταξίμετρο. Δεν θυμάμαι τα ακριβή νούμερα, αλλά, αν ας πούμε το μηχάνημα έγραφε 20,5 ευρώ, ο ταξιτζής μού ζήτησε 30.

– Γιατί 30; τον ρώτησα.
– Γιατί πλήρωσα τα διόδια της Αττικής Οδού και είναι και η χρέωση του αεροδρομίου, μου είπε.

Κάνοντας γρήγορα την πρόσθεση διαπίστωσα ότι όλα αυτά μαζί άθροιζαν 26 ευρώ και όχι 30.
– 26 ευρώ κάνουν αυτά που μου είπατε, τον διέκοψα. Και εισέπραξα μια παροιμιώδη απάντηση. «Ωχ ρε φίλε, εντάξει, έβαλα κι έναν καφέ μέσα, τόσο δύσκολο είναι να κεράσεις και ένα καφέ;». Αυτό μου είπε ο αθεόφοβος.

Δεν διακρίνομαι για την ετοιμότητα στις αντιδράσεις μου, αλλά έκανα κάτι που ακόμη και σήμερα με κάνει να εκπλήσσομαι. Ανοιξα αργά το πορτοφόλι μου, μέτρησα ακριβώς 22 ευρώ –ένα δεκάρικο, δύο τάλιρα και δύο μονόευρα– τύλιξα τα χαρτονομίσματα γύρω από τα νομίσματα, του τα έδωσα, και μέχρι να τα μετρήσει είχα ανοίξει την πόρτα κι είχα βγει στον δρόμο. «Τι είναι αυτά που μου έδωσες;» ούρλιαξε. «Σήμερα τον καφέ θα μου τον κεράσεις εσύ», του απάντησα ψύχραιμα και αποφασιστικά, και το αμήχανο ύφος του μου έχει μείνει αξέχαστο. Οπως και το τι άκουσε στη συνέχεια ο... πατέρας μου και η μάνα μου μέχρι να διασχίσω τρέχοντας την εξώπορτα της εφημερίδας.

Η ιστορία αυτή δεν είναι η μόνη που μου ήρθε στο μυαλό όταν προέκυψε χθες η είδηση ότι ο κύριος Σπίρτζης θέλει να ξανακάνει τους ταξιτζήδες... ταρίφες, δηλαδή όπως ακριβώς τους θέλει ο πρόεδρος του ΣΑΤΑ Θύμιος Λυμπερόπουλος. Θυμήθηκα και μια ακόμη πιο παλιά.

Το 1998 ήμουν καλεσμένος με δύο συναδέλφους σε ένα συνέδριο στη Λισσαβώνα και οι διοργανωτές είχαν στείλει στο αεροδρόμιο έναν οδηγό ταξί να μας παραλάβει. Με το που ξεκινήσαμε για την πόλη, ο οδηγός μάς ρώτησε αν έχουμε ξαναεπισκεφθεί τη Λισσαβώνα, κι όταν του απαντήσαμε αρνητικά, μας πρότεινε, αν το θέλαμε, να μας κάνει μια μικρή ξενάγηση, δείχνοντάς μας στη διαδρομή ποια ήταν τα σημαντικότερα κτίρια, όπως και να πει λίγα λόγια για την ιστορία τους. Υστερα από ένα 20λεπτο και ενώ είχαμε μείνει εντυπωσιασμένοι και από τα αγγλικά, αλλά και από τις γνώσεις του ταξιτζή, τον ρωτήσαμε αν από χόμπι μάς κάνει αυτήν την ξενάγηση. Η απάντησή του μας εξέπληξε ακόμη περισσότερο.

Οπως μας εξήγησε, όλοι οι οδηγοί της Λισσαβώνας με άδεια να εξυπηρετούν το αεροδρόμιο ήταν –ήδη από τότε– υποχρεωμένοι όχι μόνον να σπουδάσουν για δύο χρόνια στη σχολή τουριστικών επαγγελμάτων, αλλά και να πάρουν ειδικά μαθήματα ξεναγού. Μας ενημέρωσε επίσης ότι ο ίδιος εκείνη τη χρονιά εκπαιδευόταν οικειοθελώς για να μπορεί να κάνει ξενάγηση σε τουρίστες όχι μόνον στις βασικές διαδρομές της πόλης, αλλά και στο εσωτερικό των σημαντικότερων μουσείων της Λισσαβώνας. Με απλά λόγια, εκτός από οδηγός είχε τη δυνατότητα, αν το επιθυμούσε, να εργαστεί και ως ξεναγός. Ολα αυτά το 1998. Στη Λισσαβώνα.

Δεν ξέρω αν οι κ. Σπίρτζης και Λυμπερόπουλος μπορούν να καταλάβουν το νόημα των δύο αυτών ιστοριών. Αλλά επειδή υποψιάζομαι ότι και να τις διαβάσουν δεν θα τις πολυκαταλάβουν, θα θέσω και στους δύο ένα απλό ερώτημα: Τι ακριβώς κάνετε πριν πάτε σε ένα εστιατόριο, σε μια ταβέρνα, σε ένα ξενοδοχείο ή και σε ένα κουρείο; Προφανώς ρωτάτε κάποιον φίλο σας που τα έχει επισκεφθεί αν έμεινε ευχαριστημένος. Ε λοιπόν, το πιστεύετε ή όχι, αυτό ακριβώς έκανε το Taxibeat, το Taxiplon και οι άλλες πλατφόρμες που συνεργάστηκαν με τους ταξιτζήδες. Προσέφεραν για πρώτη φορά τη δυνατότητα στους πολίτες να μην παίρνουν γουρούνι στο σακί (όπως γινόταν παλιότερα σηκώνοντας το χέρι στον δρόμο ή τηλεφωνώντας στην πιάτσα), αλλά να βαθμολογούν τις υπηρεσίες τους. Και ξέρετε γιατί πέτυχαν, κ. Σπίρτζη και κ. Λυμπερόπουλε; Γιατί οι ταξιτζήδες ήταν στην Ελλάδα ο μόνος κλάδος παροχής υπηρεσιών που απολάμβανε ένα καθεστώς πλήρους ασυδοσίας με την έννοια της μη αξιολόγησής του από κανέναν. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που το Taxibeat και το Taxiplon τα επέλεξαν χιλιάδες καλοί επαγγελματίες. Για να ξεχωρίσουν από τους άλλους που εκμεταλλεύονταν το καθεστώς της ασυδοσίας.

Εκαναν όμως και κάτι ακόμη αυτές οι πλατφόρμες, το οποίο παραδόξως αποσιωπούν οι κ. Σπίρτζης και Λυμπερόπουλος. Εδωσαν τη δυνατότητα και στους ταξιτζήδες να αξιολογούν τους πελάτες. Με συνέπεια όποιος ταξιτζής συνεργάζεται π.χ. με το Taxibeat να μαθαίνει αμέσως αν ο πελάτης που ζητάει κούρσα αργεί π.χ. συστηματικά στα ραντεβού του και έτσι να μπορεί να μη δηλώνει καν διαθεσιμότητα για εκείνον.

Εν ολίγοις, κ. Σπίρτζη και κ. Λυμπερόπουλε –και για να μην το κουράζουμε–, εκτιμώ ότι ο νόμος σας δεν θα περάσει. Θα ακυρωθεί στην πράξη για τους λόγους που σας εξήγησα. Αν ακόμη δεν κατανοείτε τι εννοώ, ελάτε μια βόλτα στο Φάληρο. Προθυμοποιούμαι να σας ξεναγήσω στη διαφορά της νομοτελειακής προόδου από το «ζω εκτός τόπου και χρόνου». Κερνάω και καφέ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ