Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Νίκος Δρανδάκης: Παραβολές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

​​Σπάνια ένα νομοσχέδιο καταφέρνει να προκαλέσει τόσες αντιδράσεις προτού καν επισήμως υπάρξει. Ολος ο θόρυβος για τα ταξί γίνεται μέχρι στιγμής επί ενός σχεδίου που διέρρευσε στα media. Αυτό λέει τώρα απαξιωτικά ο υπουργός Υποδομών. Περιμένετε, λέει, να δείτε τις ρυθμίσεις. Κι όμως, ο θόρυβος δεν είναι του αέρα. Σχέδιο υπάρχει. Απλώς συντάχθηκε ερήμην των υπηρεσιών του υπουργείου. Το είχε αναλάβει το καθ’ ύλην αρμόδιο συνδικαλιστικό λόμπι.

Τώρα το υπουργείο δίνει την εντύπωση ότι κρατάει το σχέδιο στο συρτάρι προκειμένου να χτενίσει τις ρυθμίσεις – ρυθμίσεις που, πάντως, δεν διορθώνονται με χτένα. Μπορεί, όπως λένε, η αναδίπλωση να οφείλεται στην όψιμη ενεργοποίηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μπορεί. Ομως το πρωτότυπο στην ιστορία με ταξί δεν είναι η αντίδραση των Βρυξελλών. Είναι η αυθόρμητη και μαζική υπεράσπιση μιας ιδιωτικής επιχείρησης.

Η πρωτοτυπία αυτή οφείλεται στον δημιουργό του Taxibeat –που μετονομάστηκε σε σκέτο Beat–, τον Νίκο Δρανδάκη. Επιχειρηματίας που δεν χωράει στα συριζαϊκά στερεότυπα του επιχειρείν –που δεν μπορεί κανείς να τον δαιμονοποιήσει, προσάπτοντάς του πολιτικό παραγοντισμό– ο Δρανδάκης κατάφερε, μαζί με μια δημοφιλή υπηρεσία, να χτίσει κι ένα συμβολικό κεφάλαιο. Δεν ήταν μόνο ότι έστησε το Beat πάνω στον βάλτο της κρίσης. Ηταν ότι την επιχείρησή του μπορούσε κανείς να την επικαλείται ως υπόδειγμα για την επιχειρηματικότητα που είχε ανάγκη η ελληνική οικονομία: Μυαλό, λίγα κεφάλαια, τεχνολογία, εξωστρέφεια.

Η απήχηση αυτού του υποδείγματος δεν εξαντλείται στο business model. Οφείλεται στο γεγονός ότι βελτίωσε την καθημερινότητα των χρηστών του – μια καθημερινότητα, που σε ό,τι αφορούσε τις μεταφορές με ταξί, έμοιαζε αδιόρθωτη. Πριν από το Beat, το αθηναϊκό ταξί ήταν μια άτρωτη και άφαντη μικροεπιχείρηση, που μπορούσε να εισπράττει το νομοθετημένο κόμιστρο κι ύστερα να χάνεται στο αστικό χάος, χωρίς να λογοδοτεί για την ποιότητα των υπηρεσιών της.

Αυτή η στρέβλωση ήταν τόσο εμπεδωμένη ώστε είχε φτάσει να γίνεται ανεκτή σχεδόν σαν στοιχείο βαλκανικής γραφικότητας – στην οποία αφιερωνόταν ειδικό κεφάλαιο σε όλους τους τουριστικούς οδηγούς. Τι ήρε τη στρέβλωση; Η διαφάνεια –κάθε μικροεπιχείρηση έχει «πρόσωπο»· και –με το συμπάθιο– η αξιολόγηση. Αυτές δηλαδή ακριβώς οι διαδικασίες που προκαλούν τώρα την αλλεργία των συνδικαλιστών και του υπουργού τους.

Αν ήθελε κανείς να χρησιμοποιήσει την Beat ως πολιτική παραβολή, θα έψαχνε πρώτα την αριθμητική: Οι 8.000 οδηγοί και οι εκατοντάδες χιλιάδες χρήστες της υπηρεσίας είναι –εκλογικά– πιο λίγοι από τους ταριφοβοσκούς; Πιο ανίσχυροι από εκείνους που απειλούν σαν να ορίζουν στίφη – σαν να μην μπορούσε κανείς να μετρήσει ποια εκλεκτορικά σώματα τους αναδεικνύουν;
Το τέλος της παραβολής δεν έχει ακόμη γραφτεί. Αλλά το επιμύθιο το ξέρουμε: Ηδη η Beat συμβολίζει ότι εδώ η πρόοδος είναι εξίσου εύκολη με την οπισθοδρόμηση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ