Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Πού βγαίνεις όταν δεν προλαβαίνεις να βγεις;

ΜΑΝΙΝΑ ΝΤΑΝΟΥ

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, το πρόγραμμα των βραδινών μου εξόδων ήταν σχετικά απλό: έβγαινα κάθε μέρα. Δεν χρειαζόμουν κάποιο συγκεκριμένο πλάνο, το πλάνο ήταν να είμαι έξω – και πάντα υπήρχε κάποιος που θα με συντρόφευε σε αυτό. Όταν βγαίνεις κάθε μέρα, η παρέα είναι εκεί έξω, σε περιμένει πάντα πίσω ή μπροστά από μια μπάρα. Υπήρξαν μπαρ που μου πρότειναν να στήσουν ένα ραντζάκι στο πίσω μέρος του μαγαζιού για να μη με τρώνε τα πέρα δώθε, ενώ όταν τελικά χρειάστηκε να μείνω σπίτι για κάποιο διάστημα, ανακάλυψα πράγματα που δεν ήξερα καν για τη γειτονιά μου, όπως, για παράδειγμα, ότι κάποιο πλάσμα ούρλιαζε νυχθημερόν στον φωταγωγό και αυτό δεν ήταν κάτι που μόλις είχε ξεκινήσει, απλώς δεν ήμουν ποτέ στο σπίτι για να το ακούσω. 

Την προηγούμενη βδομάδα, αντίθετα, κανόνισα έξοδο με την κολλητή μου 10 ημέρες νωρίτερα και αφού είχαμε συγκαλέσει έκτακτη σύσκεψη για να αποκλείσουμε ότι δεν έχει κάτι να κάνει με τα παιδιά της, δεν θα λείπει ο άντρας της, που θα τα αναλάμβανε για να βγούμε, δεν θα είχαμε εκκρεμότητες για τη δουλειά, θα μπορούσε να έρθει η κοπέλα που κρατάει την κόρη μου και φυσικά θα είχαμε πληρωθεί. Το ραντεβού ήταν για τη Δευτέρα και, αφού είχε επιβεβαιωθεί και τρεις και ξανά μία ημέρα πριν, το μεσημέρι της ίδιας μέρας έλαβα τηλεφώνημά της: λόγω κάποιου έκτακτου πρότζεκτ στη δουλειά θα έπρεπε να ακυρώσουμε. Τζάμπα είχε καταστρωθεί το σχέδιο Άτσεσον, σπίτι θα καταλήγαμε.

Πλέον η μία ή οι δύο έξοδοι την εβδομάδα που συνήθως μας επιτρέπονται από τις συνθήκες της ζωής μας μοιάζουν με παράδοξες Πρωτοχρονιές. Απαιτούν περίπου την ίδια προετοιμασία, ιδίως αν συμπεριλαμβάνουν άτομα με οικογενειακές υποχρεώσεις, σχεδιάζονται μεγαλοπνόως και έχουν περισσότερες πιθανότητες να ξεφουσκώσουν σαν παιδικά μπαλόνια, καθώς δύσκολα μπορούν να ανταποκριθούν στις μεγάλες προσδοκίες που έχει εκθρέψει η αναμονή τους.

Παρ’ όλα αυτά, οφείλω να παρατηρήσω πως τώρα που το πρόγραμμα είναι συγκεκριμένο και τα βραδινά «ρεπό» μετρημένα, ο χρόνος έξω αξιοποιείται αλλιώς – τολμώ να πω ίσως και πιο εποικοδομητικά. Όταν βγαίνεις κάθε μέρα, πηγαίνεις συνέχεια στα ίδια μέρη –εκεί που ξέρεις ότι θα είναι η παρέα σου, στα «στέκια»– καταλήγοντας τελικά σε εξόδους πανομοιότυπες, πάντα κεφάτες και παρεΐστικες, αλλά ελαφρώς αυτιστικές, περίπου σαν να πηγαίνεις σε μια δουλειά που σου αρέσει πολύ, αλλά παραμένει δουλειά. 

Αντίθετα πλέον, πιάνω τον εαυτό μου, πριν βγω, να τσεκάρει για νέα μπαρ που ανοίγουν και θα ήθελα να επισκεφτώ, τι ταινίες παίζει στο σινεμά, αν υπάρχει κάποιο νέο εστιατόριο που θα ήθελα να δοκιμάσω σε περίπτωση που φτάσει το μηνιάτικο, ενώ επιδιώκω και να συντονιστώ με τους ανθρώπους που θέλω πραγματικά να δω, γιατί είναι σημαντικοί και όχι γιατί απλώς τυχαίνει να πηγαίνουμε στα ίδια μέρη και βολεύει. Οι δύο αυτές βραδιές όπου θα πρέπει να επενδύσω την εβδομαδιαία μου διασκέδαση δεν πρέπει να σπαταληθούν σε χαζοξενύχτια και στα τετριμμένα. Μπορεί να χρειάζονται λίγη παραπάνω προσπάθεια ή να κινδυνεύουν να ακυρωθούν τελευταία στιγμή, αλλά αν επιβιώσουν των αντίξοων συνθηκών, θέλουν να λάμψουν, να μετρήσουν, να κάνουν μια κάποια διαφορά. Δεν ξέρω αν το πετυχαίνουν πάντα, αλλά τουλάχιστον είναι φιλόδοξες – και το παλεύουν. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ