Δεν είχα πάει την ημέρα που έκλεισε το Rock ’n’ Roll στη Λουκιανού, γιατί δεν μου αρέσουν οι κηδείες, αλλά και επειδή ήμουν σίγουρη ότι θα ανοίξει ξανά. Μου φαινόταν παράταιρος ο θρήνος κάτω από τον πολυέλαιο, που τόσες φορές έχω δει να λιώνει και να χύνεται σαν πίνακας του Νταλί από το μεθύσι. Είδα μετά τις φωτογραφίες, οι περισσότεροι φίλοι μου πήγαν, ανέβηκαν στις –καρφωμένες– ροτόντες και έβγαλαν σέλφι με λεζάντα «Το ροκ εν ρολ ποτέ δεν πεθαίνει».

Κάποτε δεν βγάζαμε σέλφι και δεν είχαμε καν κινητά. Ήταν τότε που δεν είχα καν υποψιαστεί ότι θα γίνω επίγονος του Ζάχου Χατζηφωτίου και ότι θα γράφω νοσταλγικά κομμάτια για το Κολωνάκι και τα μπαρ του. Είχε όντως πλάκα: Ήμασταν όλοι μια παρέα, γιατί οι περισσότεροι εργαζόμενοι δεν ήταν επαγγελματίες και οι πελάτες, εμείς, ήμασταν κάπως σαν εθελοντές εργαζόμενοι, αφού δίναμε το «παρών» κάθε μέρα με τη σκιά του Ισίδωρου, μπουκοφσκικού Αγίου, από πάνω μας: η Τζένη, κοκκινομάλλα και μοιραία, με τη βαθιά υποβλητική φωνή, ο Γιώργος και ο Αντρέας, τόσο ανόμοια αδέρφια, η Άννα η χορεύτρια, ένας μίσχος σε λάθος τόπο, η Καλλιόπη στην γκαρνταρόμπα με την παγωμένη σκανδιναβική ομορφιά και το σουρεαλιστικό χιούμορ. Η Μελίνα και η Μάρω, τα όμορφα διανοούμενα κορίτσια της Μυτιλήνης με τα ζεστά μάτια και τα κόκκινα χαμόγελα, που μιλούσαν για ποίηση και φωτογραφία και έσπερναν έρωτες όπου πατούσαν. Ο Φίλιππος, αθλητής και κομπιουτεράς, γόης αλλά ανεπιτήδευτος, και η Λίζα-Κιμ Νόβακ, την έλεγε ένας θαυμαστής της και της άρεσε.

Ορισμένα βράδια οι ώρες κυλούσαν βασανιστικά. Πηγαίναμε στις 12 τα μεσάνυχτα και όλο κάποιον περιμέναμε. Καθισμένοι στη φαρδιά ξύλινη σκάλα, τη σκάλα της εγκαρτέρησης, κάναμε κάθε τόσο στο πλάι να περάσουν όσοι έτρωγαν μπέργκερ στον επάνω όροφο, αλλά στην πραγματικότητα περιμέναμε –μέσα στη νύστα– να φανεί ο αγαπημένος/-η. Να λάμψει το βλέμμα μας, να αναστηθούμε. Άλλες νύχτες από το πουθενά αρχίζαμε να χορεύουμε, συνήθως με την Αλίκη αγκαλιά, τρελά πιτσιρίκια γαρ, και γινόμασταν ένα, προσωπικό και θαμώνες, όλοι μαζί μια ροκιά-γροθιά, με τη νάιντις ανεμελιά της νιότης και της ευημερίας.

Αυστηρή ανθρωπογεωγραφία

Στο Rock ’n’ Roll υπήρχε αυστηρή ανθρωπογεωγραφία. Στα δύο άκρα του μπαρ οι πότες, οι σκληροί. Μεγαλύτερης ηλικίας στην αριστερή πλευρά, οι νεότεροι δεξιά. Μόνο όμως οι σοβαροί καταναλωτές αλκοόλ είχαν θέση σε αυτές τις δύο πλευρές. Συχνά σκεφτόμουν ότι ξεκινούν από τη μία και σταδιακά καταλήγουν στην αντίπερα όχθη. Περνούσαν τα χρόνια και απλώς μετακινούνταν ένα σκαμπό πιο πέρα. Δεν μπορούσες, ας πούμε, να πας στον Θάνο και να παραγγείλεις μια Πινακολάντα. Ήταν λίγο ύβρις, προσβολή στο πρόσωπο, στον θεσμό. Έλεγες μόνο τη μάρκα ουίσκι και πόσα παγάκια. Οποιαδήποτε άλλη παραγγελία μπορούσε αυτόματα να σε κατατάξει στην κατηγορία του ερασιτέχνη μπαρόβιου, του σαχλοπεραστικού. Συχνά προσπαθούσα να διεισδύσω ανάμεσα στους πότες και να παραστήσω την ενήλικη θαμώνα, που βρίσκεται στις παρυφές του αλκοολισμού, αλλά δυο τρεις φορές με έχουν βγάλει σηκωτή από εκεί μέσα, γιατί ήμουν δεκαεννέα, παναδύνατη και τα τρία σκέτα Τζόνι μού έφερναν λιποθυμία.

Ο κύριος που είχε αεροπλάνα

Μπορούσες συχνά να δεις μια ολόκληρη ανατομία της ελληνικής κοινωνίας αλλά και την προσωπική σου ζωή να περνά από μπροστά σου. Το αγόρι που νόμιζες ότι ήταν φίλος σου και στον οποίο έλεγες τα μυστικά σου, αλλά μάλλον ήταν τσιμπημένος μαζί σου. Τον μεγαλοδημοσιογράφο που παντρεύτηκες γιατί αγαπούσε τον Κουτρουμπούση και ήταν αληθινός μπίτνικ. Την ενδυματολόγο που έγινε μεγαλοαστή και άρχισε να κάνει διακοπές στο Γκστάαντ. Το κωλόπαιδο που άναβε πεντοχίλιαρα και ένα βράδυ έλουσε μια γκαρσόνα με μακαρόνια, «έτσι για πλάκα». Το καλό παιδί, που προσπαθούσες να αποφύγεις γιατί σου έγραφε ξενέρωτα ποιήματα. Τη δυστυχισμένη παντρεμένη που φλέρταρε στις τουαλέτες. Τον τύπο με τον οποίο γκομένιζε η κολλητή σου μέσα από σιωπές: έκλεινε ο ένας το τηλέφωνο στον άλλο. Κάθε «κλικ» κι ένα νέο «αχ βαχ».

Έχω κλάψει πολλές φορές στο Rock ’n’ Roll. Κι έχω σκάσει στα γέλια. Όπως όταν ένας παχουλούλης καραφλός νέος με ρώτησε τι δουλειά κάνω και του είπα δημοσιογράφος, κι εκείνος μου είπε ότι έχει μια αεροπορική εταιρεία. Που τη λένε Easy Jet. Και ήμουν ακόμη μικρό και άσχετο το κακόμοιρο και δεν ήξερα ότι γίνονται αυτά, ένας ιδιώτης να έχει αεροπλάνα. Και θεώρησα ότι μου λέει βλακείες για να με εντυπωσιάσει. Έχω περάσει τα γενέθλιά μου εκεί, τον γάμο μου και την εγκυμοσύνη μου. Έχω δηλαδή κατά σειρά χορέψει το Χάπι Μπέρθντεϊ κι έχω σβήσει κεράκι πάνω σε τούρτα με τα μάτια όλου του μαγαζιού καρφωμένα πάνω μου, έχω ντυθεί κουνελάκι στο καθιερωμένο αποκριάτικο πάρτι, έχω πιει σαμπάνια το πρώτο βράδυ του έγγαμου βίου και έχω χορέψει σαν τρελή –με κίνδυνο αποβολής– στον πέμπτο μήνα.

Μια δεύτερη εφηβεία

Ξέρω σχεδόν όλοι πού βρίσκονται σήμερα. Έχω κάνει διακοπές με τα παιδιά του Γιώργου και βλέπω τώρα τις φωτογραφίες τους στο Φέισμπουκ, έχω πάει στο εστιατόριο της Τζένης, βλέπω τη Μελίνα στην Ντοκουμέντα, τη Λίζα με το Σοφάκι στα πεζοδρόμια της Σκουφά και την Καλλιόπη στην πισίνα του Χίλτον. Με μια έννοια, η τότε παρέα έχει διαλυθεί. Όταν όμως βρισκόμαστε κάθε τόσο, συνήθως με αφορμή κάποια συναυλία του συγκροτήματος του Κωνσταντίνου Ζούλα, «Αχτύπητα φιλέτα», η συνωμοσία είναι ακέραια, είμαστε εμείς, πάλι, η μέση ηλικία, ίσως να είναι και μια δεύτερη εφηβεία.

Στο Rock έβλεπα παλιά τους καθηγητές μου στο πανεπιστήμιο, τους συναδέλφους μου, τον μετέπειτα διευθυντή μου, τους φίλους του μπαμπά μου, καμιά φορά και τον ίδιο τον μπαμπά μου. Τώρα φαντάζομαι ότι θα πέφτω πάνω στην κόρη μου, είναι σημαντικό να υπάρχει μια συνεννόηση, όχι αιφνιδιασμοί, τουλάχιστον να ξέρουμε η μία για την άλλη σε ποια πλευρά της μπάρας θα καθίσει. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ