ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

«Blade Runner» της εποχής μας

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Ο Ράιαν Γκόσλινγκ πρωταγωνιστεί ως νέος Blade Runner, μέσα σε ένα τοπίο μόλυνσης και απόλυτης εγκατάλειψης, στο σίκουελ του Ντενίς Βιλνέβ. Το σύνολο «απογειώνεται» και από την εξαιρετική φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υπάρχει μια σκηνή στο καινούργιο «Blade Runner 2049» όπου ο Ράιαν Γκόσλινγκ και ο Χάρισον Φορντ μονομαχούν μέσα στη σκοτεινή σάλα ενός εγκαταλελειμμένου καζίνο του Λας Βέγκας. Στο φόντο εμφανίζεται ένα ολόγραμμα μπάντας και μπροστά της ο επίσης ψηφιακός Ελβις τραγουδάει για κάποιο (αόρατο) κοινό. Πρόκειται για σκηνή ανθολογίας και ταυτόχρονα για την απόλυτη απόδειξη πως, ναι, βλέπουμε ξανά «Blade Runner». Δεν χρειάστηκε βέβαια να φτάσουμε ώς εκεί· ήδη από τα πρώτα λεπτά του νέου φιλμ ήταν φανερό πως ο Ρίντλεϊ Σκοτ εμπιστεύτηκε το πιο ιδιαίτερο, ίσως, δημιούργημά του σε πολύ καλά χέρια... Το ορίτζιναλ φιλμ είναι βέβαια πασίγνωστο. Μέσα στις τρεις και πλέον δεκαετίες από την κυκλοφορία του εξελίχθηκε σε καλτ σύμβολο, αγαπήθηκε από χιλιάδες φίλους του κινηματογράφου και ενίσχυσε σε μεγάλο βαθμό τον μύθο των δημιουργών του. Επηρέασε δε όσο ελάχιστες άλλες ταινίες το υποείδος εκείνο της επιστημονικής φαντασίας που είναι αφιερωμένο στις δυστοπίες του μέλλοντος. Ταινίες όπως οι «12 πίθηκοι», το «Μatrix» ή το «Πέμπτο στοιχείο» φέρουν εγγεγραμμένο στο DNA τους το αποτύπωμα του «Blade Runner».

Αυτό, ωστόσο, που είναι λιγότερο γνωστό είναι πως αυτή η εμβληματική ταινία δεν αποτέλεσε ακριβώς επιτυχία στον καιρό της. Το κοινό μάλλον δυσκολεύθηκε να χωνέψει την αφιλτράριστη βιαιότητα, την απαισιοδοξία αλλά και την τρομακτική μουντάδα του κόσμου του, σε μια εποχή (1982) που όλοι τη ζούσαν πολύχρωμα. Και τα Οσκαρ όμως σε γενικές γραμμές το αγνόησαν, προσφέροντας μόνο δύο υποψηφιότητες για δευτερεύοντα, τεχνικής φύσεως, βραβεία. Ηταν λοιπόν, όπως ισχυρίζονται πολλοί, μπροστά από την εποχή του;

Σύγχρονος διάδοχος

Παρ’ όλα αυτά, αυτό δεν φαίνεται να ισχύει για τον... διάδοχο, ο οποίος δείχνει ότι «προσγειώνεται» ακριβώς πάνω στην ώρα. Κι εδώ έρχεται να κολλήσει ο εκλεκτός του Ρίντλεϊ Σκοτ, τον οποίο αναφέραμε παραπάνω, ο σκηνοθέτης δηλαδή της καινούργιας ταινίας Ντενίς Βιλνέβ. Διαισθανόμενος προφανώς τον κίνδυνο που κατατρέχει όλα τα σίκουελ σπουδαίων ταινιών, ο Καναδός δημιουργός των «Prisoners», «Sicario» και «H Αφιξη» αποφάσισε να κάνει μια απόλυτα σύγχρονη ταινία, ποντάροντας στις αρετές του προκατόχου και χρησιμοποιώντας με μέτρο τον πειρασμό της σημερινής τεχνολογίας. Για να το επιτύχει, συνεργάστηκε με τον σεναριογράφο Χάμπτον Φέιντσερ, ο οποίος εμπνεύστηκε το σύμπαν του αρχικού «Blade Runner» από το μυθιστόρημα του Φίλιπ Ντικ «Το ηλεκτρικό πρόβατο», και τον νεότερο Μάικλ Γκριν, που ειδικεύεται στη μυθοπλασία του φανταστικού.

Προκειμένου να ζωντανέψει το σύνολο, οι τρεις τους χρειάζονταν έναν σταρ πρωταγωνιστή και τον βρήκαν στο πρόσωπο του Ράιαν Γκόσλινγκ, ο οποίος μπορεί να μην είναι κανένας χαμαιλέων της υποκριτικής, τα καταφέρνει όμως εξαιρετικά όταν υποδύεται λιγομίλητους τύπους (βλ. «Drive», «Στο τέλος του δρόμου») που δεσπόζουν με τη στυλάτη παρουσία μέσα στην καλοστημένη δράση. Το ίδιο κάνει και εδώ ως αστυνόμος «Κ», ένας νέος Blade Runner δηλαδή, ανάλογος με τον Ρικ Ντέκαρντ του Φορντ, που έχει αναλάβει να εξοντώσει κάποια παλιότερα μοντέλα-ρεπλίκες, τα οποία απειλούν την ειρηνική συμβίωση των ειδών. Στην πορεία θα ανακαλύψει και ένα θαυμαστό μυστικό, ώστε να οδηγήσει την πλοκή εμπρός και ταυτόχρονα πίσω, κατευθείαν στην καρδιά του προ 35ετίας προτύπου της.

Στάση όμως εδώ. Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τους κώδικες της Blade Runner μυθολογίας: με τον όρο «ρεπλίκες» εννοούμε τα τρομερά εξελιγμένα ανθρωποειδή, κατά κανόνα δυνατότερα και αποτελεσματικότερα από τους ανθρώπους, τα οποία ζουν πια κατά χιλιάδες στη Γη, έχοντας αντικαταστήσει –και ταυτόχρονα υπηρετώντας– πολλούς από τους παλιούς κατοίκους της, που την εγκατέλειψαν για τον ειδυλλιακό «Εξώκοσμο». Η δε Γη αποτελεί πλέον ένα αφιλόξενο μέρος, σκοτεινό, κυριολεκτικά και μεταφορικά, όπου το έγκλημα, η καταπίεση και οι πρόσκαιρες απολαύσεις εναλλάσσονται σε έναν τέλειο κύκλο παρακμής και αποξένωσης. Τα ίδια πάνω - κάτω, επαυξημένα, πιο εντυπωσιακά –ένεκα των σημερινών ψηφιακών δυνατοτήτων– και ακόμα πιο απελπιστικά ισχύουν και το 2049, οπότε τοποθετείται το νέο κεφάλαιο.

Το παιχνίδι της ρεπλίκας

Και κάπου εδώ βρίσκεται η ουσία. Ο Βιλνέβ και οι συνεργάτες του συστήνουν έναν κανονικό φουτουριστικό εφιάλτη· ένα μέλλον όπου το φυσικό περιβάλλον έχει καταστραφεί ολοκληρωτικά, με το μοναδικό του δέντρο να μοιάζει σαν θλιβερό απολίθωμα και μια άλλοτε λαμπερή πολιτεία τυλιγμένη στην άρρωστη αχλή της ραδιενέργειας – δεν βλάπτει βέβαια που όλα αυτά εικονίζονται μέσα από την απίθανη φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς. Πρόκειται επιπλέον για έναν κόσμο μηχανών αλλά και μηχανικών αντιδράσεων, ακόμα κι από εκείνους που εξακολουθούν να φέρουν μέσα τους το δώρο της «ψυχής». Το παιχνίδι της ρεπλίκας (είναι – δεν είναι) που υπήρχε στην πρώτη ταινία, εδώ είναι ακόμα πιο έντονο, θέτοντας εύστοχα τα ερωτήματα σχετικά με την ανθρώπινη ενσυναίσθηση και την τεχνητή νοημοσύνη, ζήτημα που σήμερα μοιάζει πολύ πιο άμεσο από ό,τι στις αρχές του ’80. Η αλήθεια είναι πως είχαμε πολύ καιρό να δούμε ένα σίκουελ να ανταποκρίνεται τόσο καλά στην κληρονομιά της ορίτζιναλ ταινίας, τόσο που κοντέψαμε να ξεχάσουμε ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Το «Blade Runner 2049» είναι εδώ για να μας το θυμίσει, με την Rated-R (στην Αμερική) τόλμη του, την απέχθεια στην κονσερβοποιημένη δράση που μας σερβίρεται τελευταία και βέβαια τον Χάρισον Φορντ, ο οποίος δεν δηλώνει απλώς παρών για τα τελευταία «ένσημα», αλλά για να διδάξει στυλ με το δίκαννο πιστόλι στο ένα χέρι και ένα γενναίο ποτήρι ουίσκι στο άλλο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ