Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Πώς να μιλήσεις στους Τσιάρτες;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πώς να μιλήσεις σ’ αυτό τον κόσμο; Αυτό ίσως να είναι το κρισιμότερο ερώτημα της εποχής του λαϊκισμού. Τα μέσα της επικοινωνίας έχουν ανοίξει και έχουν πολλαπλασιαστεί, οι κώδικες και οι φόρμες έχουν αλλάξει, άλλοτε σιωπηρές μειοψηφίες αρθρώνουν ηχηρό λόγο και διεκδικούν επιρροή, κι έτσι φτάνουμε σε μια ανεπανάληπτη πανσπερμία ιδεών και φωνών, αλλά και σε επιδημίες ιλαράς, στον Αρτέμη Σώρρα και το Ντόναλντ Τραμπ. Έτσι φτάνουμε και στο Βασίλη Τσιάρτα. Πώς μιλάς σ’ αυτούς που πιστεύουν αυτά που πιστεύει κι ο Βασίλης Τσιάρτας για την ομοφυλοφιλία, για την ταυτότητα φύλου και για τα ανθρώπινα δικαιώματα; Αν θες να πάει η χώρα παρακάτω (όλη μαζί, μ’ αυτούς μαζί), κάτι πρέπει να τους πεις. Αλλά τι; Σε ποια γλώσσα; Το πρώτο ένστικτο είναι να σπεύσεις στο ίντερνετ και να μοιραστείς με το σύμπαν ότι ο κάθε Βασίλης Τσάρτας είναι αμόρφωτος, ανόητος, απολίτιστος, ότι κάνει λάθος, και κατ’ επέκταση και το ότι όλοι όσοι συμφωνούν μαζί του κάνουν λάθος.

Όπως δείχνει η εμπειρία τα τελευταία χρόνια του λαϊκισμού, αυτή η μέθοδος δεν λειτουργεί.

Τι λειτουργεί;

Διάβασα ένα βιβλίο πρόσφατα που μου έδωσε μια πιθανή απάντηση.

Στο βιβλίο του “Everybody Lies” ο ερευνητής Σεθ Στίβενς-Νταβίντογουιτς χρησιμοποιεί αχανείς ψηφιακές βάσεις δεδομένων που συγκεντρώνει από τις αναζητήσεις των ανθρώπων στο Google, από το πορνογραφικό site Pornhub, από το Facebook και από άλλες πηγές, για να καταλάβει καλύτερα τι πιστεύουν πραγματικά οι άνθρωποι. Αυτό είναι ένα θέμα που, όπως καταλαβαίνετε, με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Ένα από τα βασικά προβλήματα δημοσκοπικών ερευνών όπως το “Τι Πιστεύουν Οι Έλληνες” που κάνουμε στη διαΝΕΟσις είναι το ότι καταγράφουν το τι δηλώνουν ότι πιστεύουν οι ερωτηθέντες, και όχι αυτά που πιστεύουν πραγματικά. Οι περισσότεροι άνθρωποι λένε μικρά ή μεγάλα ψέματα για τον εαυτό τους και για τις απόψεις τους στους πάντες, όχι μόνο στους ερευνητές ή τους δημοσκόπους. Σχεδόν πάντα λέμε ψέματα ακόμα και στον εαυτό μας. Η ιδέα του Στίβενς-Νταβίντογουιτς, όμως, είναι ότι υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις στις οποίες αποκαλύπτουμε τον πραγματικό μας εαυτό: Όταν καθόμαστε μόνοι μας μπροστά στον υπολογιστή και γράφουμε στο λευκό τετραγωνάκι του Google σκέψεις, απορίες ή ανησυχίες που δεν εκφράζουμε σε κανέναν άλλο.

Τα αποτελέσματα είναι από μόνα τους συναρπαστικά. Κάποια από αυτά επιβεβαιώνουν πράγματα που ξέραμε, όπως για παράδειγμα το ότι οι άνδρες αναζητούν πληροφορίες για το πέος τους περισσότερο συχνά από ό,τι για τους πνεύμονες, το ήπαρ, τα πόδια, τη μύτη, τα αυτιά και τον εγκέφαλό τους μαζί. Κάποια άλλα συμπεράσματα όμως είναι καινούρια. Για παράδειγμα, αν και περίπου το 2,5% των ανδρών δηλώνουν στο Facebook ότι είναι ομοφυλόφιλοι, και οι περισσότερες έρευνες κοινής γνώμης υπολογίζουν πράγματι το ποσοστό ανάμεσα στο 2-3%, ο Στίβενς-Νταβίντογουιτς βρήκε ότι το ποσοστό των αναζητήσεων για ομοφυλοφιλικό πορνογραφικό υλικό από άντρες είναι 5%. Επίσης, η πιο συχνή αναζήτηση γυναικών που ξεκινά με το “είναι ο άντρας μου” είναι αυτή που καταλήγει στο “ομοφυλόφιλος”. Το μεγαλύτερο παράπονο των γυναικών από τους συντρόφους τους, δε, δεν είναι προβλήματα επικοινωνίας ή πίστης ή συντροφικότητας, αλλά η έλλειψη σεξουαλικής επιθυμίας.

Παρεμπιπτόντως, δεν είναι τυχαίο το ότι πολλά από τα πιο συναρπαστικά συμπεράσματα της έρευνας έχουν να κάνουν με τη σεξουαλική συμπεριφορά. Πρόκειται για έναν τομέα στον οποίο οι άνθρωποι κατά κανόνα λένε ψέματα στους άλλους.

Τέλος πάντων, αυτά τα συμπεράσματα έχουν πολύ ενδιαφέρον, αλλά εγώ για άλλο λόγο σας αναφέρω αυτό το βιβλίο σήμερα εδώ. Περιέχει μια πολύ διδακτική ιστορία για μια ενδιαφέρουσα καταγραφή δεδομένων από το Google. 

Το Δεκέμβριο του 2015 ένα ζευγάρι μουσουλμάνων μπήκε σε ένα κτίριο στο Σαν Μπερναντίνο της Καλιφόρνιας με όπλα. Οι δυο τους δολοφόνησαν 14 ανθρώπους και τραυμάτισαν άλλους 17, πριν τους εξουδετερώσουν οι σφαίρες των αστυνομικών. Το ίδιο βράδυ η δημοφιλέστερη αναζήτηση στο Google με τη λέξη “μουσουλμάνοι” στην περιοχή της Καλιφόρνιας ήταν το “σκοτώστε τους Μουσουλμάνους” (συγκεκριμένα, το απλούστερο και γραμματικά πιο ευέλικτο “kill muslims” στα αγγλικά). Πριν από την επίθεση μόνο το 20% των αναζητήσεων με τη λέξη “μουσουλμάνοι” ήταν αρνητικής ή επιθετικής χροιάς. Μετά την επίθεση ήταν περισσότερες από τις μισές. Αυτή η αύξηση της ισλαμοφοβίας βεβαίως ήταν εμφανής και στο δημόσιο διάλογο, στην αρθογραφία, στα social media, στην τηλεόραση. Η κοινή γνώμη έβραζε και online και offline.

Τέσσερις ημέρες μετά, ο Πρόεδρος Ομπάμα έδωσε μια βαρυσήμαντη ομιλία κατά της ισλαμοφοβίας. Μίλησε για την σημασία της ανεκτικότητας και την αξία της αδελφοσύνης, και όλοι επαίνεσαν τον συνεκτικό του λόγο, το μήνυμα συναίνεσης και αλληλεγγύης που μετέδιδε. Την ώρα της ομιλίας και αμέσως μετά, όμως, οι αναζητήσεις στο Google που αποκαλούσαν τους μουσουλμάνους “τρομοκράτες”, “κακούς” ή “βίαιους” διπλασιάστηκαν. Οι αναζητήσεις “σκοτώστε τους Μουσουλμάνους” τριπλασιάστηκαν. Το μήνυμα του Ομπάμα ήταν μια παραίνεση για συναδέλφωση και ανεκτικότητα, αλλά το αποτέλεσμά του στο μυαλό των πολιτών που είχαν πρόσβαση στο ίντερνετ ήταν το ανάποδο. Ο Ομπάμα χρησιμοποίησε όμορφα λόγια, αλλά λίγο-πολύ έκανε αυτό που κάνουν (με χειρότερο λεξιλόγιο) όσοι κοροϊδεύουν τον κάθε Τσιάρτα: Υπογράμμισε στους ρατσιστές και ισλαμοφοβικούς πολίτες ότι κάνουν λάθος.

Ωστόσο, υπήρξε μια στιγμή μερικών λεπτών κατά τη διάρκεια της ομιλίας του που αυτό άλλαξε. “Οι Μουσουλμάνοι είναι οι φίλοι μας, οι συνάδελφοί μας, οι αθλητές μας, οι στρατιώτες μας που θέτουν τη ζωή τους στην υπηρεσία της πατρίδας”. Αυτή ήταν μόνο μία φράση μέσα στην ομιλία, αλλά μόλις ακούστηκε και για λίγα λεπτά αργότερα οι αναζητήσεις στο Google άλλαξαν. Οι πιο δημοφιλείς δεν ήταν πια “μουσουλμάνοι τρομοκράτες” ή “μουσουλμάνοι δολοφόνοι”, αλλά “μουσουλμάνοι αθλητές” και “μουσουλμάνοι στρατιώτες”. Δύο μήνες μετά ο Ομπάμα έδωσε μια άλλη ομιλία για το ίδιο θέμα, και αυτή τη φορά ασχολήθηκε ελάχιστα με την αξία της ανεκτικότητας και τα άλλα θεωρητικά και ηθικοπλαστικά μηνύματα. Αυτή τη φορά ανάφερε μια σειρά από παραδείγματα για τους μουσουλμάνους της Αμερικής, μίλησε για τους μουσουλμάνους αθλητές και τους αρχιτέκτονες, για τους μουσουλμάνους πυροσβέστες, τους στρατιώτες, τους γιατρούς και τους δασκάλους. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του οι “αρνητικές” αναζητήσεις για μουσουλμάνους μειώθηκαν δραματικά.

Το μήνυμα αυτής της ιστορίας είναι πως δεν αποκλείεται αυτός να είναι ο τρόπος να μιλάς στους Τσιάρτες. Όχι υπογραμμίζοντας το αν και πόσο ανόητοι ή οπισθοδρομικοί είναι, όχι τονίζοντας την ανάγκη να αλλάξουν μυαλά, αλλά απλά δείχνοντας την ουδέτερη, γυμνή αλήθεια σε όσους έχουν την περιέργεια να την ακούσουν. Τα άρθρα που κοροϊδεύουν τον Τσιάρτα και αυτούς που κάνουν like στις φοβικές, αστοιχείωτες απόψεις του δεν είναι χρήσιμα σε κανέναν, πέραν της ψυχοθεραπευτικής αξίας γι’ αυτόν που τα γράφει και γι’ αυτούς που συμφωνούν μαζί του ήδη. Τα άρθρα που πιθανότατα θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα σήμερα, καθώς το πολυσυζητημένο νομοσχέδιο έρχεται στην ολομέλεια, θα ήταν ίσως γεμάτα με ιστορίες από παιδιά που νιώθουν ότι γεννήθηκαν σε λάθος σώμα ή με αληθινές ιστορίες Ελλήνων που έχουν κάνει επέμβαση αλλαγής φύλου. Μπορεί να μην άλλαζαν τις απόψεις της μεγάλης μάζας ανθρώπων που σκέφτονται όπως ο Τσιάρτας, αλλά μπορεί, έστω για λίγο, να προβλημάτιζαν όποιους από αυτούς διατηρούν αμφιβολίες, μια περιέργεια, μια χαραμάδα ανοιχτή στο μυαλό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ