ΒΙΒΛΙΟ

Στο μυαλό ενός μετρ του τρόμου

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Μπεστ σέλερ του Στίβεν Κινγκ, όπως «Το Αυτό», επανακυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Αυτή η επιλεκτική αμνησία της τραγωδίας και της καταστροφής ήταν σχεδόν μια μορφή τέχνης στο Ντέρι, όπως θα ανακάλυπτε εν καιρώ ο Μπιλ Ντένμπροου», γράφει ο Στίβεν Κινγκ στις πρώτες σελίδες του θρυλικού «Το Αυτό», κλείνοντας στους αναγνώστες το μάτι για όσα θα ακολουθήσουν στη νέα δίτομη έκδοση του βιβλίου, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Ο εκδοτικός οίκος μάς εξέπληξε ευχάριστα όταν ανακοίνωσε την απόκτηση των δικαιωμάτων του μετρ του τρόμου και την επανακυκλοφορία των βιβλίων του. Παλαιότερα, ο Κινγκ στοίχειωνε τα όνειρά μας μέσα από τις εκδόσεις Bell, Λιβάνης, Κέδρος και Επιλογή. Ο «Κλειδάριθμος» ξεκίνησε με τα διηγήματα «Το παζάρι των κακών ονείρων» και συνεχίζει με «Το Αυτό», που μεταφέρθηκε πρόσφατα στον κινηματογράφο, την «Γκουέντι και το κουτί» και τα «Εργα οδοποιίας». Εξίσου τρομακτικός με τις ιστορίες του Κινγκ είναι και ο όγκος του έργου του και οι λάτρεις του αλλά και το νέο «αίμα» αναγνωστών περιμένουν τις καινούργιες μεταφράσεις των βιβλίων του.

Η «Κ» μίλησε με τη βασική ομάδα μεταφραστών του «Κλειδάριθμου», που αυτό το διάστημα «ζει» μεταξύ Ντέρι, Καστλ Ροκ και Τζερούσαλεμ Λοτ.

Λαϊκός συγγραφέας

Από τους πιστούς αναγνώστες του Κινγκ στην εφηβεία του και μεταφραστής 13 βιβλίων του, ο συγγραφέας Μιχάλης Μακρόπουλος «επέστρεψε» σε γνώριμα μονοπάτια με «Το παζάρι των κακών ονείρων» και αυτή την περίοδο ετοιμάζει το «Salem’s Lot». «Ηταν ο πρώτος που διάβασα στα αγγλικά. Πέρασα την εφηβεία μου μαζί του και νομίζω ότι τον ξέρω πολύ καλά, το ύφος του είναι βιωμένο για μένα και νιώθω ότι μπορώ να τον αποδώσω στα ελληνικά με σιγουριά. Ως αναγνώστης τον εγκατέλειψα στα 25 μου γιατί απλώς άρχισα να διαβάζω άλλα πράγματα», μας λέει ο κ. Μακρόπουλος. Με εμπειρία στην αμερικανική λογοτεχνία, ο ίδιος εντοπίζει κοινά υφολογικά στοιχεία με τη λογοτεχνία του Στάινμπεκ. «Είναι και οι δύο εκπρόσωποι της λαϊκής αμερικανικής λογοτεχνίας. Δεν νομίζω ότι ο Κινγκ είναι τόσο επιτυχημένος επειδή γράφει φανταστική λογοτεχνία. Τα φανταστικά του στοιχεία έχουν δουλευτεί και από άλλους. Δεν είναι καινοτόμος αλλά είναι ένας λαϊκός συγγραφέας που μπορεί να πάρει αυτά τα μοτίβα, να τα βάλει στο δικό του μπλέντερ και να βγάλει αυτό το αποτέλεσμα», τονίζει. Ο Κινγκ, μας λέει, νοιάζεται για τους χαρακτήρες του, «είναι πειστικοί και αυτό βοηθάει τον αναγνώστη να προχωρήσει». «Φυσικά υπάρχει και το στοιχείο του αναπάντεχου, το οποίο βγαίνει κυρίως στα διηγήματά του», σημειώνει ο κ. Μακρόπουλος.

Με το «Firestarter» (Πύρινη οργή), που θα κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στα ελληνικά, και «Το σκοτεινό μισό», ο Αντώνης Καλοκύρης θα κάνει το μεταφραστικό του ντεμπούτο στον κόσμο του Στίβεν Κινγκ. Η γνωριμία του με τον συγγραφέα έγινε, κινηματογραφικά και λογοτεχνικά, μέσω της «Λάμψης», αλλά ο ίδιος δεν κατατάσσει τον εαυτό του στους φανατικούς αναγνώστες του. «Είναι εξαιρετικός δημιουργός ατμόσφαιρας, αλλά σε προσωπικό επίπεδο δεν έχει επηρεάσει τα όνειρά μου. Οι βίαιες σκηνές δεν είναι προχειρογραμμένες, ούτε ηδονοθηρικές. Καταφέρνει και σε πείθει πως κάθε βίαιη σκηνή έχει τη θέση της στην ιστορία και δεν χρησιμοποιείται για λόγους εντυπωσιασμού ή υπακοής στις επιταγές του είδους. Το ψυχογράφημα των χαρακτήρων του συνήθως τρομάζει πιο πολύ από το αίμα», σημειώνει.

Για τον μεταφραστή, η σχεδόν ψυχαναγκαστική εμμονή του Κινγκ με τη λεπτομέρεια απαιτεί προσοχή και έρευνα στην αμερικάνικη κουλτούρα. «Oποιος αναγνώστης ενδιαφέρεται να μάθει τι σημαίνει να έχεις τρισδιάστατους χαρακτήρες σε καθηλωτική ατμόσφαιρα έχει πολλά να διδαχθεί από τον Κινγκ», καταλήγει.

Με τα «Εργα οδοποιίας», που ήδη κυκλοφορούν και τα οποία ο Κινγκ είχε υπογράψει ως Ρίτσαρντ Μπάκμαν το 1981, ξεκίνησε τη μεταφραστική του σχέση με τον Κινγκ ο Αλέξης Καλοφωλιάς. Η πλοκή περιγράφει την αδυναμία ενός μέσου ανθρώπου να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα και στην κατάρρευση των σταθερών που τον διαμόρφωσαν, κατά την αμερικάνικη πετρελαϊκή κρίση του ’70. «Μου φάνηκε εξαιρετικά επίκαιρο. Δεν έχει σχέση με την “υπερφυσική” πλευρά του Κινγκ, έχει περισσότερο κοινωνική χροιά και αυτό με βοήθησε να το αντιμετωπίσω σαν ένα αυτόνομο έργο. Θα έλεγα ότι δεν έχω ακόμα μπει στη “σπηλιά” του Στίβεν Κινγκ», τονίζει ο κ. Καλοφωλιάς και, όπως λέει, ίσως αυτό συμβεί με το δεύτερο βιβλίο που έχει αναλάβει, το «End of Watch», που κυκλοφόρησε πέρυσι στην Αμερική και κλείνει την τριλογία του «Mister Mercedes», που μεταφέρθηκε φέτος στην τηλεόραση. «Σε όλα με τράβηξαν οι λεπτομέρειες. Ο τρόπος που ο Κινγκ τις εντάσσει στην αφήγηση, παραμένοντας αποκαλυπτικές ακόμα και σε δεύτερη ανάγνωση και ο τρόπος που συνδέει τα επιμέρους συμβάντα με το εκτεταμένο σχήμα λόγου, τη μεγάλη αλληγορία, που υπάρχει στα βιβλία του», σημειώνει. Το ανοίκειο είναι κατά τον κ. Καλοφωλιά αυτό που προκαλεί τον τρόμο στα βιβλία του. «Αυτό επιδιώκει νομίζω κάθε συγγραφέας έργων τρόμου, τη διολίσθηση στο κενό, στο σημείο όπου τη θέση της πραγματικότητας μπορούν να καταλάβουν οι αρχέγονοι φόβοι που κρύβουμε όλοι μέσα μας», τονίζει.

«Τα βράδια έβλεπα εφιάλτες»

«Η δυσκολία στη μετάφραση του βιβλίου ήταν ο διαρκής τρόμος που δημιουργεί. Δεν εννοώ τις ωμές σκηνές αλλά ότι ακόμη και στις πιο ειδυλλιακές του στιγμές περνάει υπόγεια το συναίσθημα του τρόμου», μας λέει η Εφη Τσιρώνη που υπογράφει τη μετάφραση του «ΙΤ». Mετά την ολοκλήρωση του επικού έργου η ίδια χρειάστηκε «αποτοξίνωση» από τον Κινγκ δουλεύοντας σε άλλους συγγραφείς. Αν και γνωρίζει τον συγγραφέα ως αναγνώστρια και παλαιότερη μεταφράστριά του, ο Πενιγουάιζ επέδρασε στην ψυχολογία της. «Δεν τρομάζω με τα βιβλία του. Δεν έχω την πολυτέλεια, πρέπει να αποδώσω τις σκηνές, αλλά το βράδυ έβλεπα εφιάλτες. Δεν φοβόμουν εκείνη την ώρα αλλά είναι όλο το υπόλοιπο που με επηρέασε. Για να φτάσει ο ήρωας κάπου, ο Κινγκ περιγράφει μια θαυμάσια εικόνα, την εξοχή, το ποδήλατο, τη βόλτα, πολλές ευχάριστες σελίδες για να καταλήξει στη μεγαλύτερη φρίκη», σημειώνει. Το βιβλίο έχει το δικό του «soundtrack», μας λέει, καθώς ο συγγραφέας δένει τους ήρωες με μουσική, συγκροτήματα και τραγουδιστές της εποχής – είναι γνωστές οι προτιμήσεις του Στίβεν Κινγκ για τη ροκ μουσική– κάνοντας την παρέα των «Loosers» εκκολαπτόμενους ροκ εν ρόλερ. «Την εποχή που έγραφε ο Κινγκ το βιβλίο αναδυόταν στην Αμερική η προσωπική ψυχολογία και παίζει με τις παιδικές φοβίες, την ένταση, τα παιδικά τραύματα σε όλο το βιβλίο, το οποίο δικαιολογεί τον όγκο του, καθώς ο συγγραφέας είναι λάτρης της λεπτομέρειας. Το μήνυμα της φιλίας περνάει στο βιβλίο, ήθελε να φτιάξει ένα “μνημείο” και το πέτυχε», τονίζει η κ. Τσιρώνη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ