ΘΕΑΤΡΟ

Αστεία υποταγή σε τραγικό τέλος

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στο κέντρο, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Αδμητος) και η Κίττυ Παϊταζόγλου (Αλκηστη) σήκωσαν το υποκριτικό βάρος του έργου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Αλκηστη
σκηνοθ.: Κατερίνα Ευαγγελάτου
θέατρο: Ρεξ (Εθνικό)

Στις ατελείωτες βεντέτες των θεών, ο Απόλλων υπέπεσε σε σφάλμα και ο Δίας τον τιμώρησε να υπηρετήσει ένα χρόνο ως βοσκός τον βασιλιά της Θεσσαλίας, Αδμητο. Εκείνος τίμησε τον θεό-βοσκό με συμπεριφορά αρμόζουσα και ο Απόλλων, ελεύθερος πια, του δείχνει την ευγνωμοσύνη του: Ο Αδμητος μπορεί να γλιτώσει τον θάνατο εάν κάποιος άλλος δεχτεί να πεθάνει στη θέση του. Μόνον η σύζυγός του, η νέα, όμορφη, καλόψυχη και προκομμένη Αλκηστη, δέχεται. Υπό τον όρο να μη βάλει άλλη για γυναίκα σπίτι του.
Αρχίζοντας το έργο, η Αλκηστη ψυχορραγεί μέσα στο παλάτι και όλοι δεν ξέρουν πότε να αρχίσουν να πενθούν  την αγαπημένη τους κυρά. Πριν αρχίσει η παράσταση, το κοινό που μπαίνει βλέπει στη σκηνή ένα νεκροθάφτη ν’ ανοίγει βαθύ τάφο φτυαρίζοντας το χώμα σε ψηλό λόφο. Θα μπορούσε να είναι και ο τάφος της Οφηλίας από τον σαιξπηρικό Αμλετ, αφού σε λίγο βγαίνει στην επιφάνεια και μια άσπρη νεκροκεφαλή. Οχι του Γιόρικ. Σαφές πάντως το σκηνοθετικό κλείσιμο του ματιού για τη μοίρα της αθωότητας, όταν ερωτεύεται τη φιλοσοφική παραφροσύνη ή τη φασίζουσα εγωπάθεια.

Μετά την είσοδο του θεού Απόλλωνα-κονφερασιέ και μια στιχομυθία του με τον Θάνατο σε ώρα υπηρεσίας, καταφθάνει απρόσμενα ο Ηρακλής, μουσαφίρης. Ο φιλόξενος Αδμητος του κρύβει την επικείμενη κηδεία της γυναίκας του και δίνει εντολή να τον περιποιηθούν όπως αρμόζει σε ημίθεο. Ο Ηρακλής μεθυσμένος γλεντοκοπά μέχρι που ένας γέρος υπηρέτης (έξοχος ο Ερρίκος Μηλιάρης) του αποκαλύπτει το πένθος του σπιτιού.

Ντροπιασμένος ο Ηρακλής αποφασίζει ως εξιλέωση να φέρει πίσω από τον Αδη την Αλκηστη. Οταν ο Αδμητος επιστρέφει από την κηδεία, του παρουσιάζει μια σιωπηλή, πεπλοφορεμένη γυναίκα, τρόπαιο τάχα που κέρδισε σε αγώνα, για να τον παρηγορήσει.

Οταν ο ημίθεος τής ζητάει να βγάλει το πέπλο, ο Αδμητος αναγνωρίζει στο πρόσωπό της την Αλκηστη, ζωντανή μαζί και νεκρή, μη ξέροντας εάν πρέπει να χαίρεται ή να λυπάται. Μαζί του δεν ξέρουμε κι εμείς, που έχουμε παρακολουθήσει το πιο αινιγματικό, αμφίσημο, αυτοαναιρούμενο και αταξινόμητο έργο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου που υπογράφει και την επεξεργασία της μετάφρασης του Κώστα Τοπούζη έστησε μια παράσταση γεμάτη ιδέες και στέρεες απόψεις. Επαιξε ανάμεσα στα είδη –κωμικό-τραγικό-ειρωνικό-σατιρικό (θεωρώ πως ο κλειστός χώρος του ΡΕΞ ευνόησε περισσότερο το τραγικό στοιχείο)– αλλά δεν δοκίμασε τον εαυτό της στη δύσκολη ισορροπία της ταυτόχρονης σημασιοδότησης που απαιτεί η αμφισημία αυτής τής κατά Γιαν Κοττ, πονηρής και δηλητηριώδους τραγωδίας. Η απουσία μιας τέτοιας δύσκολης ισορροπίας φάνηκε κυρίως στους φέροντες το υποκριτικό βάρος του έργου, Αδμητο και Αλκηστη. Ζητήθηκε από τον εξαιρετικό Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο να αποκαλυφθεί εξαρχής ως φασίζων, εγωπαθής και υποκριτής, στερούμενος αληθινών αισθημάτων, πράγμα που πέτυχε μοναδικά και μέχρι καρικατούρας. Ζητήθηκε από την ταλαντούχο Κίττυ Παϊταζόγλου να είναι εξαρχής μια αχνή εκδοχή μελλοθάνατης (μοναδικής θνήσκουσας επί σκηνής αρχαίου θεάτρου!), διόλου ηρωικής αφού υπακούει στον άγραφο νόμο και της έσχατης αυτής υποταγής των γυναικών, ελάχιστα σπαρακτικής στο τελευταίο αντίο των παιδιών της και ανυπεράσπιστης νεκρής που τσουβαλιάζεται και πετιέται εδώ κι εκεί.

Εύστοχες οι εμφανίσεις του Απόλλωνα (Κώστας Βασαρδάνης) ως γκέι-σταρ κονφερασιέ, του Σωτήρη Τσακομίδη (Θάνατος) ως σχολαστικού, σκονισμένου χαρτογιακά, του Ηρακλή (Δημήτρης Παπανικολάου) ως τσιρκολάνικης φιγούρας και του γερο-Φέρη (Γιάννης Φέρτης) ως καλοζωιστή ομορφόγερου.

Το κυπαρίσσι, ορθωμένο στον λάκκο του τάφου (Εύα Μανιδάκη), εικόνα αλησμόνητης έντασης όπως και ο Αδμητος που σκαρφαλώνει στο χείλος του οδυρόμενος. Εξαιρετικός ο χορός, εκτινάσσεται γύρω του ως στρατός που αποδεκατίζεται σε μάχη (κίνηση Πατρίσια Απέργη), με τη ζωντανά εκτελεσμένη μουσική του Γιώργου Πούλιου ανατριχιαστική υπόκρουση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ