ΜΟΥΣΙΚΗ

Μουσικές νύχτες στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

H Ινδο-Αμερικανή πιανίστρια Πάλαβι Μαϊντάρα ερμήνευσε έργα Ραβέλ και Λιστ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Τρίτη χρονιά για ένα από τα επιτυχέστερα φεστιβάλ μουσικής δωματίου του αθηναϊκού φθινοπώρου, τις «Νύχτες κλασικής μουσικής στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη». Με τη στήριξη της Νίνας φον Μάλτσαν και του Ιδρύματος Σβαρτς πραγματοποιήθηκαν από τις 27 έως και τις 30 Σεπτεμβρίου στην Αίθουσα Κότσεν της Γενναδείου τέσσερις βραδιές με μουσικούς του Ινστιτούτου Κέρτις των ΗΠΑ. Οπως και τις προηγούμενες χρονιές, μαθητές, απόφοιτοι και δάσκαλοι της περίφημης μουσικής σχολής συνεργάστηκαν σε ενδιαφέροντα προγράμματα, που ταίριαζαν το οικείο και δημοφιλές με το λιγότερο γνωστό αλλά άξιο να ανακαλυφθεί.

Οι διοργανωτές εμπιστεύτηκαν την πρώτη βραδιά στην Ινδοαμερικανή πιανίστρια Πάλαβι Μαϊντάρα. Το πρόγραμμά της περιλάμβανε στο πρώτο μέρος τα πέντε κομμάτια της σουίτας «Καθρέπτες» του Μορίς Ραβέλ, μια ακολουθία από χαμηλόφωνες στιγμές περισυλλογής. Στο δεύτερο μισό ακολούθησαν οι λαμπερές, εξωστρεφείς, δεξιοτεχνικές έξι «Μεγάλες σπουδές» του Λιστ, βασισμένες σε έργα του Παγκανίνι. Μέσα από την αντίθεση των επιλογών της η Μαϊντάρα έδωσε ένα δείγμα του εύρους των δυνατοτήτων της. Κι ενώ δεν υπολειπόταν ούτε σε λάμψη, ούτε σε δύναμη, ούτε σε τεχνική για τα έργα του Λιστ, ήταν φανερό ότι η εκφραστικότητά της αξιοποιήθηκε περισσότερο στα τοπία ψυχής του Ραβέλ. Η ελαφράδα και το χαοτικό πέταγμα των νυχτοπεταλούδων, το μελαγχολικό σκοτάδι στο οποίο χάνονται τα πουλιά, η ρευστότητα της άλλοτε γαλήνιας και άλλοτε ταραγμένης θάλασσας, το βαθυκόκκινο ισπανικό άρωμα και ο πένθιμος ήχος από τις καμπάνες της κοιλάδας, δηλαδή όσα αποτελούν περιγραφικές αφορμές για τον Γάλλο συνθέτη, αποδόθηκαν με ποιητικό και ευαίσθητο τρόπο.

Δύο βραδιές αργότερα, το πρόγραμμα περιλάμβανε έργα με πρωταγωνιστή το εκφραστικό κλαρινέτο του Μάικλ Ρούζινεκ. Το περίφημο τραγούδι «Ο βοσκός στον βράχο» του Σούμπερτ, στο οποίο πιάνο έπαιξε ο Δανός Μίκαελ Ελίασεν, και το Τρίο με την προσωνυμία «Κέγκελστατ» του Μότσαρτ, συνομίλησαν με τέσσερα από τα οκτώ κομμάτια έργο 83 για κλαρινέτο, βιόλα (Εντουαρντ Γαζουλέας) και πιάνο (Πάλαβι Μαϊντάρα) του Μαξ Μπρουχ και ένα έργο για κλαρινέτο και βιόλα της Ρεμπέκα Κλαρκ. Στο επίκεντρο ήταν ο Ρούζινεκ, όχι μονάχα λόγω του ρεπερτορίου, αλλά και επειδή ο μαλακός ήχος του κλαρινέτου, καθώς επίσης η μουσικότητά του, χάρισαν παλμό και πλαστικότητα στις ερμηνείες. Η γλώσσα και η αισθητική του γερμανικού τραγουδιού ήταν λιγότερο συμβατές με το ιταλικής αισθητικής μελοδραματικό τραγούδι της Αυστραλιανής υψιφώνου Ελενας Περόνι, ενώ η Μαϊντάρα με την κομψότητα του παιξίματός της συνέβαλε καθοριστικά στην αισθητική απόλαυση της μουσικής του Μότσαρτ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ