ΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ*

Στο έλεος του «φασιστοδικείου»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κ​​άποιος θα μπορούσε να πιστεύει πως ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος που υπήρξε θύμα βάναυσης και αδικαιολόγητης βιαιοπραγίας είχε καθήκον να ζητήσει τον ποινικό κολασμό του νέου ανθρώπου ο οποίος βιαιοπράγησε εναντίον του. Θα μπορούσε να το πιστεύει στο πλαίσιο της πολιτειακής παιδαγωγικής, η οποία δύσκολα συμβιβάζεται με την ατιμωρησία ενηλίκων που παραβιάζουν –εκτός από τη στοιχειώδη ακαδημαϊκή δεοντολογία ή το ηθικό υπόστρωμα των κοινωνικών σχέσεων– και τον ποινικό νόμο.

Κάποιος άλλος θα μπορούσε να πιστεύει, απεναντίας, πως ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος που υπήρξε θύμα τέτοιας επίθεσης όφειλε να ασκήσει την «παιδαγωγική της μεγαθυμίας» έναντι του νεαρού θύτη, αποφεύγοντας να αμαυρώσει το ποινικό μητρώο ενός παιδιού που δεν έχει ακόμη φτάσει στο επίπεδο της πλήρους ωρίμανσης.

Ο ένας θα μπορούσε να ενστερνίζεται τη γενικότερη πολιτική φιλοσοφία του καθηγητή Αγγελου Συρίγου, ο άλλος θα μπορούσε να την απορρίπτει καθολικά. Ειδικά οι τοποθετήσεις του καθηγητή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στο Κυπριακό, θέματα με τα οποία έχει ασχοληθεί επιστημονικά σε μεγάλο βάθος, θα μπορούσαν άνετα να δώσουν λαβή σε διχογνωμίες και αντιπαραθέσεις.

Ωστόσο δημιουργούνται πολλά ερωτήματα όταν διαπομπεύεται ένας άνθρωπος ως «αυταπόδεικτα» φασίστας (ακόμη και αν δεν ήταν, όπως ο συγκεκριμένος καθηγητής, χαρισματική προσωπικότητα, στοχοπροσηλωμένος ακαδημαϊκός δάσκαλος και υπερανεκτικό στην αντιγνωμία άτομο, ανά πάσα στιγμή έτοιμο να στηρίξει με άπειρη γενναιοδωρία κάθε φοιτητή που θα του το ζητούσε). Τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται όταν εμφανίζονται τοιχοκολλημένες, στο πανεπιστήμιο όπου εργάζεται, αναρίθμητες αφίσες με τη φωτογραφία του, σαν να ήταν καταζητούμενος του κοινού ποινικού δικαίου ή «πτυστέο» κοινωνικό απόβρασμα. Μετατρέπεται έτσι σε εωσφορική έκφραση του απόλυτου κακού, τέτοιου που μόνον ο Καμπρέ θα μπορούσε να αναλύσει στο επόμενο μυθιστόρημά του· όλα αυτά δημιουργούν ασφαλώς κάποια ερωτήματα.

Ειδικότερα, διερωτάται κανείς: Θα ήταν άραγε δυνατόν με οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση να επιτελείται δημόσια και απαρακώλυτα, επί ικανό προφανώς χρονικό διάστημα, μια τέτοιου είδους δραστηριότητα; Η κατ’ αυτόν τον τρόπο στοχοποίηση, κατά δεύτερον, ως «φασίστα», ενός δημόσιου προσώπου, η οποία γίνεται απολύτως ανεκτή από την πολιτεία, δεν εκθέτει τον στοχοποιούμενο στον κίνδυνο «καθαρτήριας αυτενέργειας» καθενός που τον βλέπει πλέον ως την ενσάρκωση του απόλυτου κακού; Μήπως, αντίθετα, τέτοιου είδους αφίσες συνιστούν έμμεση παρότρυνση προς κάθε «μη φασίστα» να απαλλάξει την κοινωνία, αλλά και το πανεπιστήμιο, από το «μίασμα»; (Προσωπικά μάλιστα –επηρεασμένος ίσως από την πρόσφατη ερευνητική μου δουλειά που αναφέρεται στη δραματική δεκαετία του 1940, της Κατοχής, της συνεργασίας, της Αντίστασης και του Εμφυλίου– δεν μπόρεσα να μη σκεφθώ τον κουκουλοφόρο που, εκείνα τα μαύρα χρόνια, υπεδείκνυε στους κατόχους της ακαταγώνιστης δύναμης από ποια «αποβράσματα» θα έπρεπε να απαλλαγεί η –φυλετικά και ιδεολογικά «καθαρή»– ανθρωπότης...)

Τέλος, από τη στιγμή που οι όποιες απόψεις ή η όποια στάση για την ποινική αντιμετώπιση των ασκούντων βία μέσα στα πανεπιστήμια καθιστά δυνατή την απαρακώλυτη στοχοποίηση ενός καθηγητή, ποιος ακαδημαϊκός δάσκαλος θα έχει πλέον την ψυχική ηρεμία να ασκεί το λειτούργημά του, γνωρίζοντας πως θα μπορούσε να βρεθεί και αυτός στο στόχαστρο; Μήπως διολισθαίνουμε σε μια πραγματικότητα όπου όλοι γινόμαστε –ή δυνάμει αντιμετωπιζόμαστε ως– φασίστες; Και μήπως η στοχοποίηση Συρίγου δεν αποτελεί τίποτε λιγότερο από αυτό που θερίζει σήμερα μια κοινωνία ως αποτέλεσμα της πολύχρονης ολιγωρίας της –ή μάλλον σποράς της– σε πάρα πολλούς τομείς της δημόσιας ζωής;

* Ο κ. Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ