Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Μιχάλης Λεμπιδάκης
Το δράμα και τα στερεότυπα

Λ​​ένε ότι όποιος ζει βαθιά ένα δράμα, το ζει για όλους. Το ζωντανό του παράδειγμα σού ξαναγνωρίζει τα στοιχειώδη. Σε παρακινεί να συλλαβίσεις από την αρχή την ύπαρξή σου. Αυτό συνέβη και με το δράμα του Μιχάλη Λεμπιδάκη. Το ξαφνικό τσάκισμα της ζωής του, τα δεσμά του, η αιματηρή αλληλογραφία με την οικογένειά του, ήταν σαν ένα μυθιστόρημα που το διάβασαν όλοι ταυτόχρονα. Και όπως κάθε καλό μυθιστόρημα, αναποδογύρισε ορισμένα στερεότυπα.

Στερεότυπο πρώτο, ο επιχειρηματίας. Ο εκατομμυριούχος επικεφαλής της πολυεθνικής δεν ήταν ο αναμενόμενος «πλούσιος». Δεν ήταν ο χλιδιάρης που παραγοντίζει διψασμένος για δύναμη και επίδειξη. Ηταν το θύμα. Ενας ισχνός και χαμογελαστός άνθρωπος που αγκαλιαζόταν με τους συνεργάτες του και έψαχνε τα λόγια για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του.

Στερεότυπο δεύτερο, ο χαΐνης. Οι «λεβέντες» στην περιπέτεια του Λεμπιδάκη ήταν οι θύτες. Δεν ήταν οι άκακοι μάγκες που χρησιμοποιούν το «δυο μέτρα κάτω από τη γη» μόνο ως αλληγορικό νταηλίκι. Δεν ήταν οι ευγενείς άγριοι που, όταν πια δεν απομένει άψυχος στόχος όρθιος για να τον μπαλοτάρουν, αφήνουν την τεστοστερόνη τους να εκπυρσοκροτήσει προς τον ουρανό. Ηταν επαγγελματίες του εγκλήματος. Βασανιστές, που δεν δίστασαν να επιστρατεύσουν μέχρι και τα παιδιά τους.

Στερεότυπο τρίτο, ο μπάτσος. Ο αστυνομικός που έχουμε μάθει να περιφρονούμε –ο ευθυνόφοβος γραφειοκράτης, ο άξεστος καταχραστής της μικροεξουσίας του, ο γκαφατζής που ξεχνάει τον ληστή στην ντουλάπα– έπαθε ολική έκλειψη στην ιστορία της απαγωγής. Εδώ ανακαλύψαμε ξαφνικά τον μπάτσο που είναι δημοκρατικά εντεταλμένος και εκπαιδευμένος για να ασκεί απελευθερωτικά το μονοπώλιο της νόμιμης βίας.

Τα πλάσματα αυτής της απλουστευτικής ηθογραφίας δείχνουν ότι καμία κουλτούρα δεν είναι καταδικασμένη να ανακυκλώνει τις αρχαϊκές της έξεις. Δείχνουν πόσο κοντά, αλλά κυρίως πόσο μακριά βρισκόμαστε από την Κολομβία.

Βασίλης Τσιάρτας
Εγκέφαλοι στη φτέρνα

Μ​​ιλούσε το αριστερό του πόδι. Ηταν σαν να λειτουργούσε στην αριστερή του φτέρνα ένας μικρός, επιδέξιος εγκέφαλος, που σε κλάσματα δευτερολέπτου υπαγόρευε στην μπάλα το πεπρωμένο της. Αφού είχε το μυαλό στο πόδι, τι θέλει τώρα ο Βασίλης Τσιάρτας και μιλάει για θέματα δύσκολα, στα οποία είναι εμφανώς και εντελώς άμπαλος; Αυτή περίπου ήταν η κατακλυσμιαία αντίδραση στο σχόλιο του παλαίμαχου ποδοσφαιριστή, που ευχήθηκε «οι πρώτες αλλαγές φύλου να γίνουν στα παιδιά αυτών που ψήφισαν αυτό το αίσχος». Είναι εύκολο να καταδικάσει κανείς τον Τσιάρτα. Εξίσου εύκολο, όμως, είναι να αναγνωρίσει στο ανάθεμά του διαδεδομένες προκαταλήψεις. Τόσο διαδεδομένες που δεν έχει κανείς την πολυτέλεια να τις αγνοήσει.

Ο θεσμικά ορθός αντίλογος όταν μιλάμε για δικαιώματα είναι ότι η διασφάλισή τους δεν μπορεί να υπόκειται στις διαθέσεις της κοινής γνώμης. Οταν καλείται να προστατεύσει την ανθρώπινη αξία, ο νομοθέτης οφείλει να κωφεύει στις «αγωνίες» της πλειοψηφίας.

Η ορθότητα αυτή, όμως, οδηγεί ακόμη και τους πιο φιλελεύθερους υπερασπιστές των ατομικών δικαιωμάτων σε μια μάλλον αντιδημοκρατική σκλήρυνση. Το βλέπει κανείς τα τελευταία εικοσιτετράωρα. Βλέπει πολλούς έτοιμους να κουνήσουν το δάχτυλο στους Τσιάρτες, αλλά ελάχιστους διατεθειμένους να διαλύσουν με πειθώ τις ενδημικές πλάνες για το νομοσχέδιο.

Βλέπει και διαβάζει πολλούς κήρυκες της συνύπαρξης να περιχαρακώνονται στον ναρκισσισμό μιας πρωτοπορίας που δεν χρωστάει εξήγηση σε όποιον δυσκολεύεται να καταλάβει – σε όποιον έχει τα λάθος ήθη, τη λάθος πίστη, τη λάθος ταυτότητα.

Εχει φανεί εξάλλου πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η υπεροψία. Αντί της συνύπαρξης, δημιουργούνται συνθήκες παράλληλης ύπαρξης. Δηλαδή αμοιβαίας περιχαράκωσης. Προκαλείται έτσι μια κοινωνική πόλωση, που στο τέλος εκθέτει ακόμη περισσότερο τις ευάλωτες μειοψηφίες· τις παραδίδει στις διαθέσεις μιας θυμωμένης –και γι’ αυτό βαθύτερα νυχτωμένης– πλειοψηφίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ