Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ποια Ελλάδα θέλουμε;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τ​​ο Ελληνικό ξεκίνησε ως πρακτικό ζήτημα και κατέληξε ψυχικό σύμπλεγμα. Το μέγεθός του είναι τέτοιο που εντυπωσιάζει και τρομάζει. Θα μου πείτε και το μέγεθος των ολυμπιακών έργων μάς ξεπερνούσε. Ομως η Ελλάδα του 2004 ήταν άλλη απ’ την Ελλάδα του 2017. Τότε συμπεριφερθήκαμε σαν να είχαμε αποφασίσει εξ αρχής πως τα έργα θα περνούσαν χωρίς να μας αγγίξουν. Θα τα αφήναμε να σαπίσουν, όπως και τα αφήσαμε. Χρωστάμε βέβαια στην πίεσή τους το μετρό και το τραμ, που χωρίς τους Ολυμπιακούς ακόμη θα τα ψάχναμε. Ισως και μερικούς αυτοκινητοδρόμους. Η νοοτροπία της νεόπλουτης Ελλάδας του καιρού εκείνου είχε σταθερούς στόχους: «Δεν πειράζει αν χάλασε το καρμπιρατέρ. Ευκαιρία να αλλάξω αυτοκίνητο».

Η άλωση και η καταστροφή του κέντρου της Αθήνας το 2008 ήταν η αντίδραση στην πρόσκαιρη ευταξία του 2004. «Το μπάχαλο και τον τρωγλοδυτισμό κανείς δεν θα μας τα πάρει». Την καταστροφή την οργάνωσε μια γενιά που είχε μεγαλώσει στο περιβάλλον της νεόπλουτης ευμάρειας. «Καίω το μαγαζί ή το αυτοκίνητο του τύπου κι αν αντέχει ας πάρει άλλο. Αλλιώς δεν του αξίζει να ζει». Ηταν η αλαζονεία παιδιών που περιφρονούσαν όποιον έπρεπε να ανοίγει κάθε πρωί το κατάστημά του για να ζήσει. Αλαζονεία που την κληρονόμησαν απ’ τους πατεράδες τους, οι οποίοι αντιμετώπισαν τις καταστροφές με συγκατάβαση, αν όχι με κατανόηση. Οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι, η κυβέρνηση Καραμανλή, τις ανέχθηκε κρυπτόμενη. Αυτά για την ιστορία και τη μνήμη.

Οι νεόπτωχοι πληθυσμοί του 2017 μπορεί να ανέχονται το μπάχαλο, μπορεί να φοβούνται τη βία των παιδιών τους, όμως δεν έχουν την πολυτέλεια να αγοράσουν άλλο αυτοκίνητο. Οθεν και η παραλυτική αμηχανία και η απελευθέρωση των φαντασμάτων. Οταν κατέρρευσε η αξία των ακινήτων, ονειρεύονταν κάποια funds τα οποία θα τα αγόραζαν σωρηδόν. Τα περιμένουν ακόμη και εν τω μεταξύ πληρώνουν ΕΝΦΙΑ. Φαντάσματα και στο Ελληνικό. Ο καθείς και τα δικά του. Οι μεν βλέπουν ουρανοξύστες και καζίνο και αναρωτιούνται αν οι ίδιοι θα μπορούν να βρουν μια γωνίτσα στους ουρανοξύστες ή αν θα μπορούν να παίξουν ρουλέτα, έτσι από περιέργεια, όπως ο κ. Καμμένος. Οι δε βλέπουν δάση, αρχαιότητες και μνημεία της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως όλο το πρόβλημα για μια χώρα σαν την Ελλάδα είναι πώς θα συνυπάρξουν οι ουρανοξύστες με τις αρχαιότητες, και πως θα όφειλε να το έχει λύσει αυτό το πρόβλημα προ πολλού. Και όχι μόνον να το έχει λύσει, αλλά να είναι σε θέση να εξαγάγει τη λύση, επ’ ωφελεία της, σε χώρες που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα. Ναι, θα μπορούσε κανείς να το υποστηρίξει αν αγνοούσε τον παράγοντα ψυχικό σύνδρομο.

Δεν ενδιαφέρουν οι απόψεις των τυχάρπαστων. Των ανθρώπων που δεν έχουν κλασική παιδεία, καμία παιδεία δηλαδή, και τσαλαβουτάνε στη συγκυρία για να αρπάξουν καμιά γόπα. Καταργούν τη διδασκαλία του Θουκυδίδη στο λύκειο, αλλά σηκώνουν την μπαντιέρα της αντίστασης στο Ελληνικό. Με ενδιαφέρει όμως η άποψη σημαντικών αρχαιολόγων όπως ο Μανόλης Κορρές, που συμμετέχει στο ΚΑΣ. Και δεν είναι ο μόνος. Ζήτησα τη γνώμη του φίλου Πέτρου Θέμελη, που δεν συμμετέχει στο ΚΑΣ, και μου απάντησε: «Πολύς καπνός για λίγη φωτιά. Ούτως ή άλλως κάθε μεγάλο έργο έχει αρχαιολογική επίβλεψη». Τότε τι συμβαίνει; Συμβαίνει το ψυχικό σύνδρομο που μας εμποδίζει να αποφασίσουμε ποια Ελλάδα θέλουμε.

Θέλουμε μια Ελλάδα αρχαιολογικό μουσείο της Ευρώπης και κατ’ επέκταση του κόσμου; Προσωπικά δεν θα είχα καμία αντίρρηση. Λαμβάνοντας πάντα υπ’ όψιν πως το μουσείο θα έπρεπε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του σύγχρονου κόσμου, άρα η χώρα να είναι σύγχρονη. Αρκεί να το αποφασίσουμε και να το σχεδιάσουμε σοβαρά – κάτι είπα τώρα! Θέλουμε την Ελλάδα της ψωροκώσταινας και του φτωχοτουρισμού, ένα μουσείο της δεκαετίας του εξήντα; Θέλουμε μια Ελλάδα με πεντάστερα ξενοδοχεία και σινιέ αγροτική παραγωγή; Ο πραγματικός πατριωτισμός είναι αυτός που θα βοηθήσει τη χώρα να αναζητήσει την ταυτότητά της στον σημερινό κόσμο.

Το βαθύτερο τραύμα που έχει καταφέρει η Αριστερά στον κοινωνικό κορμό είναι ο ψυχικός βάλτος. Αυτοί δεν θέλουν καμιά Ελλάδα. Θέλουν μια παράλυτη χώρα όπου ο υπάλληλος θα δακρύζει από συγκίνηση, όπως είπε ο κ. Δραγασάκης, επειδή κατάφερε να βγάλει τη σύνταξη σ’ έναν γέροντα ο οποίος δεν μπορεί να ζήσει είτε με τη σύνταξη είτε χωρίς αυτήν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ