ΘΕΑΤΡΟ

Λούλα Αναγνωστάκη: Μαύρα γυαλιά, μαύρα ρούχα, κόκκινο κραγιόν

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Από τις πιο σημαντικές Ελληνίδες συγγραφείς, η Λούλα Αναγνωστάκη κατέγραψε στα 12 θεατρικά έργα της το μεταπολεμικό πρόσωπο του Ελληνα, με όλα τα τραύματα, τις περιπέτειες και τα αδιέξοδα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είχε χάρη το βήμα της και απέραντο δισταγμό σαν κατέβαινε με συστολή τα σκαλοπάτια στο Υπόγειο του Κουν. Πάντα με τα μαύρα γυαλιά και μαύρα ρούχα, με εκείνη τη διάφανη επιδερμίδα, σαν να μην την έβλεπε φως της ημέρας ποτέ. Και μέσα σ’ αυτό το διαρκές πένθος, το κατακόκκινο κραγιόν έμοιαζε με σκανδαλιά, σαν να μας κορόιδευε όλους, όσους προσπαθούσαμε, νέοι συντάκτες τότε, να καταλάβουμε το αερικό Λούλα Αναγνωστάκη. Ετσι ερμηνεύαμε την ντροπαλοσύνη της, την αδυναμία της να φλυαρήσει, όπως έκαναν άλλοι συνάδελφοί της, που ήθελαν διαρκώς να φαίνονται. Εκείνη έδειχνε να θέλει να κρυφτεί, να μην τη συναντούν περίεργα άγνωστα βλέμματα και αδιάκριτες κάμερες.

Από τις πιο σημαντικές Ελληνίδες συγγραφείς, με επίκαιρο λόγο, κατέγραψε στα 12 θεατρικά έργα της το μεταπολεμικό πρόσωπο του Ελληνα, με όλα τα τραύματα, τις περιπέτειες, τα αδιέξοδα, τη διχόνοια, τις ήττες και τις ενοχές. Και στάθηκε προφητική από το 2003 σαν μίλησε για την Ευρώπη και τις αλλαγές της: «Θα ’ρθουν τα πάνω κάτω». Ο λόγος της σύνθετος, πολιτικός, προσωπικός, με ποιητική ματιά σε αγκάλιαζε γιατί συνέθετε με μαστοριά και όχι διδακτισμό τη σύγχρονη Ιστορία και τον ψυχισμό των Ελλήνων. Ηταν η αγαπημένη των ηθοποιών, νέων και δοκιμασμένων.

Στο Θέατρο Τέχνης ανέβηκαν το 1965 τα πρώτα της μονόπρακτα «Η διανυκτέρευση» και «Η πόλη», μας θύμισε πριν από λίγο καιρό ο Κωστής Καπελώνης, μιλώντας για το Θ.Τ. «Στον Κουν πήγε τα δύο πρώτα αλλά εκείνος της ζήτησε άλλο ένα». Ετσι έγραψε την «Παρέλαση» σε ένα μόνο βράδυ. «Το τρίτο μονόπρακτο ήταν εμπνευσμένο από τον αδερφό της, τον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, και τη φυλάκισή του στο Γεντί Κουλέ». Η Λούλα Αναγνωστάκη έγραφε γρήγορα και ουσιαστικά. Οχι όμως τα τελευταία 11 χρόνια, όπως είχε παραδεχθεί.
Κόσμος «ανοικτός»

Τις συνεντεύξεις παλιά τις απέφευγε. Τα τελευταία χρόνια «άνοιξε» τον κόσμο που είχε κλειστεί. Μιλούσε κυρίως για την ξαφνική απώλεια του συζύγου της, ψυχιάτρου και πεζογράφου Γιώργου Χειμωνά. Οπως αυτή που έδωσε πέρυσι στον Γιάννη Χατζηγεωργίου (στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος Κύπρου» και αναδημοσίευσε η Lifo). «Η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής μου ήταν όσο ζούσε ο Γιώργος. Οσο ζούσε ο Γιώργος υπήρχε μια τελειότητα στη ζωή μου. Οταν πέθανε, έπαψε και η τελειότητα».

Αγαπημένος και ο αδερφός της ο Μανόλης. Επίσης μεγάλη απώλεια, όπως και της αδερφής της Μαρίας. Με τα χρόνια ψήλωσε ακόμη περισσότερο τον τοίχο στον μικρόκοσμό της. Απέφευγε τις πολλές κουβέντες, τις εξόδους, το γράψιμο. Μιλούσε αργά, μόνο για όσα ήθελε, σίγουρα περισσότερο απ’ ό,τι παλιά. Κυρίως για τον σύζυγό της και τον γιο τους Θανάση Χειμωνά (επίσης συγγραφέα), για τον τρόπο που έγραφε η οικογένεια.

Μνημόνευε τη φίλη της Μαρίκα Τζιραλίδου, που επίσης χάθηκε, τον Μίμη Κουγιουμτζή, που ξεχώριζε, τη Βέρα Ζαβιτζιάνου, πρώτη απ’ όλους τη Ρένη Πιττακή. «Είναι η μόνη Ελληνίδα δραματουργός που έχει γράψει τόσο πολύ νέους σε ηλικία χαρακτήρες», μας τόνισε χθες ο Μάνος Καρατζογιάννης, στον οποίο οφείλουμε το μεγάλο αφιέρωμα στα 50 χρόνια της πορείας της στο θέατρο που οργάνωσε στο Ιδρυμα Μ. Κακογιάννης. Το έργο της συγγραφέως ήταν και θέμα του διδακτορικού του στο Winchester University. «Στην Πόλη της Λούλας Αναγνωστάκη» (εκδόσεις Σοκόλη).

Ο Μ. Καρατζογιάννης σκηνοθέτησε τότε το έργο της «Σ’ εσάς που με ακούτε» (12 χρόνια μετά το ανέβασμα του Λ. Βογιατζή). «Αυτό που με συγκινεί στη δραματουργία της είναι ότι τόλμησε να πει πράγματα που δεν λέγονται εύκολα», μας είχε πει τότε. Στην «Κασέτα» –το 1981– αναρωτιέται ο Σπύρος: «Τι είναι η Ελλάδα, Γιωργάκη; Οικογενειοκρατία που αναπαράγεται στο φουλ». Το 1979 στην εμβληματική «Νίκη», που αναφέρεται στον Εμφύλιο, μιλάει για τη διχόνοια της φυλής μας αποδίδοντας ευθύνες και στις δύο πλευρές: την Αριστερά και τη Δεξιά. Ηδη από το 1965 έθιξε το θέμα της ετερότητας. Οσο για το τελευταίο της έργο «Σ’ εσάς που με ακούτε» είναι μια ωδή στην ετερότητα. Ανθρωποι διαφορετικής εθνικότητας και προέλευσης, ακόμη και σεξουαλικής ταυτότητας, συναντιούνται σε μια πόλη τράνζιτ στο Βερολίνο και ανταλλάσσουν τις προσωπικές τους ιστορίες αλλά και τα βιώματα του λαού τους».
Τα δημόσια δεινά μας

Εκεί μίλησε και για την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Αποτιμώντας το έργο της, χθες θύμισε ότι είναι η δραματουργός που τόλμησε να μιλήσει για τα δεινά της δημόσιας ζωής μας. Με τα έργα της έκαναν ντεμπούτο από τη Ρένη Πιττακή, τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο έως τον Στράτο Τζώρζογλου, την Ιωάννα Παππά και τη Βασιλική Τρουφάκου. Ομως και η γραφή της σφράγισε το έργο μεταγενέστερων Ελλήνων συγγραφέων όπως οι: Λεωνίδας Προσαλίδης, Βασίλης Κατσικονούρης, Ακης Δήμου, αδερφοί Κούφαλη, ακόμη και ο Μιχάλης Ρέππας. Υπάρχουν κάποια μοτίβα στα έργα της. Τα δραματικά πρόσωπα παλεύουν να επικοινωνήσουν χωρίς να έχει πάντα επιτυχία η προσπάθειά τους. Επιδιώκουν επίσης μια μεγάλη πράξη. Συναντάμε πάντα ένα δημόσιο γεγονός που εισβάλλει και επηρεάζει τις ιδιωτικές ζωές των ηρώων. Στον «Ηχο του όπλου» είναι οι βουλευτικές εκλογές, στην «Κασέτα» το ματς του Ολυμπιακού, στο «Σ’ εσάς που με ακούτε» είναι το φιλειρηνικό φόρουμ στο Βερολίνο. Με αυτό το μοτίβο μπλέκει αριστοτεχνικά το συλλογικό με το προσωπικό, το ιδιωτικό με το δημόσιο. Στα έργα της (χωρίζονται σε τέσσερις ενότητες) δεν συναντάμε την πατρική παρουσία, μιλάμε κυρίως για μητριαρχικές οικογένειες. Η Αναγνωστάκη εξέφρασε όσο κανείς την ήττα και τα τραύματα του νεοέλληνα, όπως άλλωστε και ο αδερφός της στην ποίηση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ