ΒΙΒΛΙΟ

Νικημένες ζωές

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ
Ο έτερος εχθρός
εκδ. Πόλις, σελ. 124

Μ​​ία από τις ηρωίδες της διηγηματογραφικής συλλογής υπενθυμίζει στον συνομιλητή της: «Τα περασμένα [...] άπαξ και περάσουν, ο καθένας τα θυμάται όπως του αρέσει». Με τον αφορισμό της εγείρει ένα ατομικό περί δικαίου αίσθημα, επιχειρώντας να διασφαλίσει την αθωότητά της ως επιζήσασας. Οπως όλα τα πρόσωπα του βιβλίου, υποχρεώθηκε και εκείνη να επιβιώσει τα κατοχικά χρόνια παραμερίζοντας ηθικές αξίες που, πριν και μετά, θεωρούνταν άσειστες. Τότε «τα μυαλά δούλευαν στο ανάποδο», μας λέει η ηρωίδα στο εναρκτήριο πεζό. «Ημουνα δεκάξι χρονών κι ό,τι είχα μάθει για ζωή είχε καεί». «Ολα κάτω». «Απλωσα τα χέρια να στηριχτώ, αλλά δεν είχε τίποτα όρθιο κι έπεσα κάτω». Μιλώντας για τα περασμένα, η Ελισάβετ Χρονοπούλου εξετάζει την τρωτότητα της ηθικότητας, όταν έρχεται σε αντίστιξη με το αμάχητο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ετσι, η απαρχαιωμένη θεματική ανοίγεται σε μια διαχρονική, ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα, διάσταση, διερευνώντας τον κίνδυνο της απανθρωποποίησης, που ελλοχεύει στο ατομικό χρέος της επιβίωσης.

Το πιο δυναστευτικό αίσθημα που μοιράζονται οι ήρωες, είναι η ντροπή. Ο αφηγητής στο διήγημα «Ουδέν το αξιοσημείωτον» αναλογιζόμενος τη συνενοχή του στην πιο επονείδιστη απόφαση της αδελφής του, καταλήγει «μαζί το κάναμε, μαζί ζήσαμε, μαζί το ξεχάσαμε».

Τίποτα από το κοινό τους «έγκλημα» δεν αναγράφεται στις λευκές σελίδες που έχει μπροστά του, σελίδες που επιζητούν μια εξομολόγηση, ενδεχομένως απολογία. Μόνο την ετυμηγορία του τίτλου σημειώνει στο χαρτί, διαγράφοντας με μερικές αναξιόπιστες λέξεις κάθε όνειδος. Η μνήμη του αποφεύγει την «απαγορευμένη ζώνη» και εκείνος την ευγνωμονεί για την ικανότητά της να ξεχνά. «Τι καλό που είναι το μυαλό, που ξεχνάει αυτά που πρέπει να ξεχάσει και μας αφήνει να ζούμε».

Αντιθέτως, άλλοι αγωνιούν να επιδώσουν ξανά στους νεκρούς τα λησμονημένα ονόματά τους. Ενδεικτικό το διήγημα «Λεβίδου 3, Κολωνός», από τα αρτιότερα της συλλογής, όπου η νεαρή ηρωίδα νιώθει να τη συντρίβει η ευθύνη για το ματωμένο σακάκι που πρέπει να επιστρέψει στους οικείους του σκοτωμένου. Βάζοντας το δάχτυλό της στην καρδιά του ρούχου βλέπει το νωπό ακόμα αίμα να λερώνει το νύχι της· απειροστό στίγμα ενός συλλογικού, ασύλληπτου άγους. Εκεί, στην αριστερή τσέπη του σακακιού, βρίσκει σε ένα χαρτάκι ένα σπάραγμα βιογραφίας, το οποίο δίνει διαμιάς μια ένσαρκη υπόσταση στο υφασμάτινο απομεινάρι του ανθρώπου. Σε άλλο πεζό ένα εφτάχρονο αγόρι χρειάστηκε να πάρει ένα μέτρο απόσταση από τη μητέρα του προκειμένου να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του. Η ντροπή και η ενοχή του για το αμάρτημά της αποζητούσαν εξιλέωση στην τιμωρία της. Στα εφτά του χρόνια συνειδητοποίησε πως οι νεκροί έχουν και πρόσωπο και όνομα και πως, αν μη τι άλλο, η μνήμη οφείλει να επωμιστεί τον χαμό τους. Ο αφηγητής στο διήγημα «Εν έτει 1942» διαβάζοντας τη μεταθανάτια επιστολή του πατέρα του, αισθάνθηκε τις λέξεις του να του κληροδοτούν ένα αδίκημα που έπρεπε να παραμείνει απαράγραπτο. Μεσούσης της Κατοχής ο πατέρας του είχε αντικρίσει έναν νεκρό, που με τα μάτια «βγαλμένα από τις κόγχες τους» τον κοιτούσε σαν να αναγνώριζε σε αυτόν τον μοναδικό θύτη του.

Ο έτερος εχθρός είναι ο φόβος, συλλογίζεται η Χρονοπούλου, το αίσθημα της συντριπτικής ανασφάλειας που οδηγεί στην ηθική εκμηδένιση του ατόμου, στην εξοικείωσή του με το κακό, στην παραδοχή της ισχύος του. Ελάχιστοι από τους ήρωές της αντιστέκονται στην αποθηρίωση της απελπισίας. Οι περισσότεροι γίνονται βορά της εποχής τους, επιχειρώντας να αποσείσουν την ευθύνη για την παραβίαση του ηθικού νόμου μέσα από την προάσπιση μιας αίολης δικαιοσύνης. Τα συνειδησιακά αδιέξοδα αναρριπίζουν την παρωχημένη θεματολογία, την οποία επίσης αναζωογονεί η αφηγηματική ευρηματικότητα της Χρονοπούλου. Βέβαια, σε κάποια σημεία το μελό καραδοκεί, ιδίως στους υφέρποντες παραλληλισμούς με τον παρόντα χρόνο, αλλά ως επί το πλείστον η κρισιμότητα των ερωτημάτων διασώζεται χάρη στην αποφυγή αναντίλεκτων απαντήσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ