ΜΟΥΣΙΚΗ

«Ο πατέρας μου, ο Ζαμπέτας»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Ο Γιώργος Ζαμπέτας σε αναμνηστική φωτογραφία από το Σίδνεϊ το 1976. Διασκέδαζε και αυτοσαρκαζόταν, όμως, όπως λέει η Κατερίνα Ζαμπέτα, «γύριζε σπίτι στις 6 τα χαράματα, αλλά στις 9 ήταν ξανά στο πόδι. Σκυλί στη δουλειά».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με το που ανοίγει η πόρτα του φωτεινού διαμερίσματος της Κατερίνας Ζαμπέτα και του Βαγγέλη Γαβριελάτου στα Μελίσσια, το βλέμμα αγκιστρώνεται στον τοίχο με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες στο μεγάλο σαλόνι. Πορτρέτα του χαμογελαστού Γιώργου Ζαμπέτα οι περισσότερες και άλλες του συνθέτη με τους Χατζιδάκι, Ξαρχάκο, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Μοσχολιού.

«Τώρα πια έμεινα εγώ να καθαρίζω τους τάφους» λέει η Κατερίνα Ζαμπέτα με συγκίνηση. Εφυγε ο πατέρας της πρώτος, το 1992, ακολούθησαν η μητέρα και η αδερφή της η Μαρίκα, έπειτα ο Μιχάλης. «Η μητέρα αγωνιούσε τι θα γίνει με το αρχείο του πατέρα. Συνήθιζε να ηχογραφεί τα πάντα. Είχε κασετόφωνο στο κρεβάτι, άλλο στην κουζίνα, ακόμη και στο μπάνιο. Οταν πέθανε, μελαγχόλησα. Τότε άρχισα να ακούω το υλικό που είχε ψηφιοποιήσει ο αδερφός μου. Ξανάνοιξα τα οικογενειακά φωτογραφικά άλμπουμ. Αυτό μου έδωσε ζωή.

Ξεκίνησα να γράφω, αξιοποιώντας αυτές τις ηχογραφήσεις. Δεν άλλαξα τίποτα». Ετσι προέκυψε το βιβλίο της «Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω...» (2013).

Τα ανέκδοτα τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα είναι γύρω στα 100. Χρόνια την προσεγγίζουν παραγωγοί για να κάνουν τη ζωή του πατέρα της ταινία, τηλεοπτική σειρά, θεατρική παράσταση. «Ομως ήθελα να γίνει κάτι ολοκληρωμένο. Τη δουλειά του Πέτρου Ζούλια την είχα δει, τον εκτιμώ, και συζητούσαμε χρόνια τη συνεργασία». Στην παράσταση «Μάλιστα Κύριε...» στο «Αλίκη», ο σκηνοθέτης άντλησε στοιχεία από το βιβλίο της και οπτικοακουστικό υλικό από το αρχείο της οικογένειας.

Αγχος και αγωνίες

Μάγκα, μπεσαλή, ανοιχτοχέρη χαρακτήριζαν τον Ζαμπέτα οι συνοδοιπόροι του. Ομως, όταν έκλεινε η πόρτα στο σπίτι της οδού Σαλαμίνoς στο Αιγάλεω και αργότερα της οδού Καλαβρύτων στο Χαϊδάρι, πώς ήταν; «Με άγχος διαρκώς για τη δουλειά, τους μαγαζάτορες, την πολιτική κατάσταση. Είχε τρία παιδιά και πολλά στο κεφάλι του. Την γκρίνια της μητέρας, της γιαγιάς, αν διάβασε ο Μιχάλης, τι κάναμε εγώ και η αδερφή μου. Ολα τον τάραζαν. Ακόμη κι αν του έλεγε η μητέρα “χάλασε ο θερμοσίφωνας”, τρελαινόταν. Οταν όμως έκλεινε την πόρτα του σπιτιού κι έφευγε για τη δουλειά, τα άφηνε πίσω. Κι εκεί στο κέντρο, όλες οι αγωνίες γίνονταν παρλάτες. Ξεφούσκωνε».

«Η μητέρα μάς έδινε ξύλο, ο πατέρας στοργή» αιφνιδίαζε τον αναγνώστη του βιβλίου της με την ευθύτητά της πριν από λίγα χρόνια. Η αυστηρότητα της μάνας, της Αργυρώς (ή Ρούλας όπως τη φώναζαν όλοι), σε εποχές δύσκολες κράτησε την οικογένεια. «Ηταν σκληρά χρόνια κι εκείνη κοιτούσε να κρατήσει τον άντρα της και τα παιδιά της, μην του κουνηθεί καμιά. Είχε ανασφάλεια με τα χρήματα, γιατί δεν εργαζόταν. Ολα περνούσαν από το χέρι της».

Ο Ζαμπέτας γύριζε σπίτι στις 6 τα χαράματα, αλλά στις 9 ήταν ξανά στο πόδι. «Ερχονταν οι μουσικοί για πρόβα, μετά πήγαινε στο στούντιο, έπειτα στα γυρίσματα των ταινιών και το βράδυ στο κέντρο. Σκυλί στη δουλειά. Οταν του τηλεφωνούσαν να παίξει μουσική σε κάποια ταινία,  τους  ρωτούσε αν η υπόθεση είχε στρίγγλα σύζυγο ή πεθερά – τρελαινόταν για τέτοια».

Δοτικός και αισθηματίας. Εδινε τσιγάρα και χαρτζιλίκι στους «ενοίκους» του Δρομοκαΐτειου. «Η μητέρα τον κουμαντάριζε. Αλλά κι αυτός “Ρούλα θα κρυώσω, Ρούλα το κεφάλι μου”. Η Ρούλα για όλα... Ο πατέρας λάτρευε τη φωνή του Στράτου Παγιουμτζή, “φίνο” έλεγε τον Μητσάκη, “μεγάλη καρδιά” τον Χιώτη. Οταν είχε πάει στην Αμερική ο πατέρας, ένα απόγευμα ήρθε στο σπίτι στο Αιγάλεω ο Χιώτης. Τσάκιση δεν ξέφευγε από πάνω, τόσο κομψός! Ηρθε με δύο τσάντες παιχνίδια –μόλις είχε επιστρέψει εκείνος από την Αμερική– και μας είπε ότι μας τα στέλνει ο πατέρας. Ο ίδιος τα είχε αγοράσει. “Κοίτα να γυρίσεις πίσω” τον είχε συμβουλέψει. Ο πατέρας πίστευε ότι θα πάει εκεί και θα κάνει καριέρα μεγάλη. Και ξέρετε πώς γύρισε;».

Γελάει ανοιχτόκαρδα και φωτίζεται όλο της το πρόσωπο σαν διηγείται τι σκαρφίστηκε η δυναμική Ρούλα: «Φώναξε έναν φωτογράφο, μας έστησε και τα τρία παιδιά, την αγαπημένη αδερφή του πατέρα τη Νότα, τη γιαγιά μου και στη γωνία να φαίνεται το κρεβάτι τους άδειο. Και μια φωτογραφία δική της, “μανάρι μου σ’ αγαπάω” που βρήκα αργότερα. Με το που έλαβε τη φωτογραφία εκείνος, αυτό ήταν, γύρισε».

Ο Μητσάκης του έλεγε «σ’ αγαπάει η πίστα». «Βλέποντάς τον να κάθεται μετά με τους πελάτες τον συμβούλευε “πρόσεξε καλά. Μην κατεβαίνεις κάτω και πίνεις μαζί τους”. Ο πατέρας ήταν ένας περφόρμερ, ένας αριστοφανικός τύπος στην πίστα που σατίριζε τους πάντες και τον εαυτό του. Η σκηνή ήταν η μεγάλη του εκτόνωση. Λεφτά δεν φτουρούσαν στην τσέπη του. Ηταν κιμπάρης. Και καθόλου ανταγωνιστικός. Ακόμη και όταν δεν του έβαζαν το όνομα όπως συνέβη στη “Γειτονιά των αγγέλων” του Μίκη Θεοδωράκη που ήταν σολίστας ή στη συναυλία του Σταύρου Ξαρχάκου στο “Κεντρικόν” το 1965, αναγνώριζε την αξία τους».

Ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης τον προέτρεψε να γράψει μουσική. Του έδωσε πολλούς στίχους. Ο Ζαμπέτας κάποιες φορές άλλαζε λέξεις ή έδινε το θέμα. «Κάπως έτσι γράφτηκε το “Ο πιο καλός ο μαθητής”, ένα τραγούδι για τον αδερφό μου τον Μιχάλη, διότι ήταν ατίθασος στο σχολείο και τον παίδευε». Για την ίδια έγραψε το «Κατινίτσα, Κατινούλα, Κατινάκι μου».

«Εδωσε μια θεατρικότητα στο τραγούδι. Εβλεπε ότι ο κόσμος ενθουσιαζόταν. Οταν ερχόταν ο Ωνάσης του έλεγε “θα κάνουμε καμία ταραχή;”. Οταν πέθανε, ερήμωσε το σπίτι μας. Σταμάτησαν η μουσική και τα γέλια. Στη μητέρα μου κόστισε πολύ ο χαμός του. Εκείνος τα τελευταία χρόνια πικραινόταν με την αγνωμοσύνη. Στεναχωριόταν που δεν έβρισκε καρέκλα σε πάλκο. “Εγώ δεν έχω μια καρέκλα να κάτσω εδώ;” είχε ρωτήσει κάποτε τον Μητσιά. Ο ίδιος ο Μανώλης μου είπε ότι μετάνιωσε που, τότε, δεν του έδωσε θέση στο πρόγραμμα.

Αργότερα όταν αρρώστησε και μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία στεναχωριόταν που το τηλέφωνο δεν χτυπούσε συχνά. Με εξαίρεση τον Μητσιά, τον Ξενοφώντα Φιλέρη και τη Μάρθα Βούρτση, την τραγουδίστρια Μανταλένα. Ο πατέρας είχε μεγάλη καρδιά. Στις γιορτές τηλεφωνούσε σε όλους. Στις κηδείες φίλων δεν ήθελε να πηγαίνει. Τους αποχαιρετούσε μόνος στο σπίτι, παίζοντας ρέκβιεμ στο μπουζούκι του».

Τι τον πονούσε

Ο Βαγγέλης Γαβριελάτος, ο μαθηματικός που έκλεψε την καρδιά της μαθήτριάς του, της Κατερίνας Ζαμπέτα, μπαίνει στη συζήτηση θέλοντας να εξηγήσει τι ήταν αυτό που πονούσε τον πεθερό του: «Παραπονιόταν που κάποιοι του έβαζαν πρώτα την ετικέτα του διασκεδαστή και έπειτα του δημιουργού». Στο νοσοκομείο, θυμάται η σύζυγός του, «περίμενε με ανυπομονησία να δει το βιντεάκι του τραγουδιού του “Χίλια περιστέρια”. Ηξερε ότι θα πεθάνει. “Βλέπω την έξοδο” έλεγε».

Το 1954 βιώνοντας την παρακμή του Στράτου, του Βαμβακάρη και άλλων μεγάλων του λαϊκού ο Ζαμπέτας έγραψε το «Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω». «Λίγο πριν από το τέλος, ήρθαν να του κάνουν μια τηλεοπτική συνέντευξη. Ηταν κατηφής εκείνη τη μέρα παρότι όταν περίμενε “το Πρες”, όπως έλεγε, χαιρόταν. “Κύριε Ζαμπέτα πώς νιώθετε;” τον ρώτησε ο δημοσιογράφος. Δεν απάντησε. Απλώς πήρε το μπουζούκι του και ξεκίνησε: “Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω / να με σκεπάσει το νερό / τη δύστυχη ζωή που κάνω να την αντέξω δεν μπορώ… / Να ξεχαστώ από τους φίλους / να με ξεχάσουν συγγενείς / και να χαθώ σ’ αυτά τα βάθη / που δεν τα πάτησε κανείς... Αυτό είναι μάγκες μου”, είπε στο συνεργείο σχεδόν δακρυσμένος. Αυτός ήταν ο πατέρας μου. Ηθελε τον σεβασμό».

​​«Μάλιστα, κύριε», σκην. Πέτρος Ζούλιας, θέατρο Αλίκη, Αμερικής 5, Αθήνα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ