Μακριά πλέον από τα βλέμματα των πολλών, ο ιστορικός πεζόδρομος της Κυψέλης ζει τη δική του ιδιότυπη αναγέννηση προσελκύοντας νέους ανθρώπους, που έρχονται για τα υπέροχα αστικά διαμερίσματα με τα φθηνά ενοίκια και ανακαλύπτουν μια γειτονιά αυθεντική και πλούσια σε μυθολογία που δεν φαντάζονταν ποτέ.

Η πιο δυσφημισμένη γειτονιά της Αθήνας

Πριν από δύο εβδομάδες πέθανε ο πάτερ Δημήτριος. Είχα βγει με τη μικρή για την πρωινή μας βόλτα στη Φωκίωνος Νέγρη, την ώρα που οι ταβέρνες και οι καφετέριες πλένουν το πλακόστρωτο, έχουν ξεκινήσει οι βόλτες των σκύλων, τα παιδιά έχουν κλειστεί σχολείο, οι ηλικιωμένοι έχουν πιάσει τη θέση τους στο κυκλάκι έξω από τη Δημοτική Αγορά και διαχειρίζονται ήδη σοβαρά πολιτικά προβλήματα της χώρας, και ο κ. Παναγιώτης, 45 χρόνια στο Άσυλο Ανιάτων, καθηλωμένος σε αναπηρική πολυθρόνα, με τα χέρια δεμένα και χωρίς καθαρή ομιλία, έχει καταφέρει, όπως κάθε μέρα, να βρει τον «οδηγό» που θα τον μεταφέρει για να πιει τον καφέ του στον πεζόδρομο, απέναντι από τα σιντριβάνια – τα σιντριβάνια που ακόμα τροφοδοτούνται από το υπόγειο ρέμα που σκεπάστηκε για να γίνει δρόμος η Φωκίωνος. 

Πριν καν φτάσουμε στη συμβολή με την Αγίας Ζώνης, μας πρόλαβαν τα νέα τα γκαρσόνια από τις ταβέρνες. Ογδόντα δύο είχε φτάσει ο πάτερ Δημήτριος, ο ένας εκ των ιερέων της εμβληματικής εκκλησίας της Κυψέλης. Τα τελευταία σαράντα χρόνια ήταν σε αυτή την ενορία – από τη δεκαετία του ’60, που η Κυψέλη ήταν ακόμη Κολωνάκι. Ήταν γλυκός, ομιλητικός και ήπιος, δεν αρνήθηκε μυστήριο ποτέ σε κανέναν. Έχει παντρέψει και βαφτίσει μαύρους, άσπρους, ξένους, Έλληνες, φτωχούς και λεφτάδες, ένα πλάσμα ανεκτικό, τρυφερό, αφοσιωμένο στην ενορία, τους χωρούσε όλους στην αγκαλιά του. 

Όπως ακριβώς η Κυψέλη. Η πιο αυθεντική από τις γειτονιές της Αθήνας, πλέον η πιο αόρατη, η πιο φθηνή και δυσφημισμένη από τα δελτία ειδήσεων και τα λεγόμενα όσων έχουν να την επισκεφτούν χρόνια, η πιο ιστορική όμως, με τη Φωκίωνος Νέγρη να αποτελεί το κόσμημα στο στέμμα της, το κέντρο του κόσμου της – ίσως, σύμφωνα με τον Χρήστο Βακαλόπουλο, «το κέντρο του κόσμου» όλου.   

Από το ’60 στο σήμερα

Τη δεκαετία του ’60, το να βρεις να μείνεις στη Φωκίωνος Νέγρη δεν ήταν εύκολο. Οι εγκατεστημένοι κάτοικοί της δεν επέτρεπαν να εισέλθει κανείς στο άβατο που είχαν στήσει. Ήταν η εποχή που ήταν δρόμος ακόμα, γειτονιά ηθοποιών και καλλιτεχνών, είχε εμπορικά καταστήματα με ρούχα εισαγωγής, θρυλικά εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία και μπαρ όπου μαζευόταν η ανφάν γκατέ της εποχής για να διασκεδάσει. Η Βία Βένετο της Αθήνας. 

Σήμερα, αν ρωτήσεις τους Αθηναίους να σου πουν πώς είναι η Φωκίωνος Νέγρη, οι περισσότεροι θα σου την περιγράψουν ως γκέτο. Η μαζική φυγή των Κυψελιωτών προς τα προάστια και η έλευση των μεταναστών και των προσφύγων στα πέριξ του δρόμου δημιούργησαν την αίσθηση στους ανθρώπους που έχουν να την επισκεφτούν δεκαετίες ότι πρόκειται για μια επικίνδυνη περιοχή, ένα άλλο Μπρονξ. Ανυπόστατες φήμες, που δεν επιβεβαιώνονται ούτε από τη ζωή εκεί ούτε από τα στοιχεία της αστυνομίας. 

Στην πραγματικότητα η Φωκίωνος, μακριά πια από τα βλέμματα των πολλών, ζει τη δική της αναγέννηση ως αυθεντική γειτονιά με την πιο πλούσια μυθολογία. Ευλογημένη με ορισμένες από τις πιο όμορφες πολυκατοικίες της Αθήνας, ο μόνος δρόμος που σχεδιάστηκε από αρχιτέκτονες, που φιλοξένησε από πρωθυπουργούς (Μεταξάς), δημάρχους (Κοτζιάς), σταρ του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, ποιητές, μουσικούς και καλλιτέχνες της παλιάς Αθήνας (Σακελλάριος, Βλαχοπούλου, Καλουτά, Καζάκος, Θύμιος Καρακατσάνης, Γκάτσος) μέχρι και τον Άστον Κούτσερ σε διακοπές του στην πόλη, σήμερα δεν είναι καθόλου τρέντι, αλλά αρχίζει να προσελκύει ένα νέο κοινό: ανθρώπους νέους που είτε βρίσκονται εδώ για τα φθηνά ενοίκια είτε επιστρέφουν από τα προάστια στα παρατημένα σπίτια των γονιών τους και στην πορεία ανακαλύπτουν μια γειτονιά που δεν φαντάζονταν. 

Οι νέοι «γείτονες» 

Οι δημοσιογράφοι Νάγια Κωστιάνη και Φρίξος Φυντανίδης ήρθαν το 2014 τυχαία, όταν ερωτεύτηκαν το νυν διαμέρισμά τους, στον 5ο όροφο μιας γωνιακής στρογγυλής πολυκατοικίας στο ύψος της Δημοτικής Αγοράς. «Αφού κλείσαμε το σπίτι, κάναμε μια βόλτα στον πεζόδρομο. Ήταν Σάββατο με ήλιο κι εγώ ένιωθα σαν να με είχες πάει στις Μπαχάμες», λέει η Νάγια, που τώρα περιμένει με τον Φρίξο το πρώτο τους παιδί. «Πώς είναι δυνατόν να υπήρχε κάτι τέτοιο τόσα χρόνια στην Αθήνα και να μη μας το έλεγε κανείς; Ενθουσιάστηκα και είπα η Φωκίωνος με ήλιο είναι από τα ωραιότερα μέρη του κόσμου. Με συγκίνησε η ομορφιά της, αλλά και ο χαρακτήρας της, οι άνθρωποί της. Κάθε φιγούρα της θα μπορούσε να είναι χαρακτήρας σε ταινία». Τώρα με το παιδί σκέφτεστε να φύγετε; «Δεν θέλω να φύγω, γιατί νιώθω ότι θα φύγω από το σπίτι μου», λέει ο Φρίξος. «Είναι αγαπησιάρικη γειτονιά, δένεσαι μαζί της, είναι δύσκολο να πας σε περιοχή απρόσωπη. Αυτοί που μιλάνε για την Κυψέλη δεν έχουν ζήσει την Κυψέλη. Πλέον, όταν την κακολογούν, το παίρνω προσωπικά. Σαν να μου κακολογούν το σπίτι».

Ο αρχιτέκτονας, αρχαιολόγος και επιμελητής εκθέσεων Κώστας Πράπογλου ήρθε το 2015 από το Λονδίνο, όπου ζούσε και εργαζόταν 17 χρόνια, εν μέσω capital controls, για να μείνει στη Φωκίωνος γιατί, όπως λέει, «με ενδιέφερε να ζήσω σε έναν τόπο με πολλά επίπεδα ιστορικότητας, μνήμης και ταυτότητας». Πριν από λίγο καιρό έστησε και μια ιδιαίτερη έκθεση στην οικία Ζαρίφη, ένα διατηρητέο κτίριο που ξύπνησε από τον λήθαργό του, καλώντας εννέα καλλιτέχνες να ενεργοποιήσουν τους χώρους του στήνοντας εικαστικά έργα. 

Η Νάγια Κωστιάνη και ο Φρίξος Φυντανίδης είναι νέοι στη Φωκίωνος, ήρθαν το 2014. 
Ο σκηνοθέτης Μενέλαος Καραμαγγιώλης.
Ο αρχιτέκτονας, αρχαιολόγος και επιμελητής εκθέσεων Κώστας Πράπογλου ήρθε από το Λονδίνο για να ζήσει στη Φωκίωνος.

 

Από την πλευρά του ο σκηνοθέτης Μενέλαος Καραμαγγιώλης είναι «παλιά καραβάνα» στη Φωκίωνος. Ζει εδώ τα τελευταία 30 χρόνια, σήμερα σε ένα διαμέρισμα στη θρυλική πολυκατοικία πάνω από το ζαχαροπλαστείο Select. «Θέλω να μένω στη Φωκίωνος γιατί ΔΕΝ θέλω να μένω σε ένα γκέτο – καλλιτεχνών, επιστημόνων, οτιδήποτε. Γιατί οι πολλές φυλές δεν δημιουργούν κίνδυνο, το αντίθετο. Γιατί δεν ξεχνάω ότι είμαι επαρχιώτης εδώ. Γιατί σε μια πόλη που ξεκίνησε από 20.000 κατοίκους και έγινε 5 εκατομμύρια, εδώ βρίσκω ακόμα σημάδια τού πώς προσπάθησε να πάρει ρίσκα, να γίνει ευρωπαϊκή, κοσμοπολίτικη. Γιατί δεν είναι μια τρέντι περιοχή, άρα μπορείς να βρεις ουσιαστικά πράγματα και κυρίως ανθρώπους που ψάχνουν να βρουν τη θέση τους, να φτιάξουν την καινούργια τους ζωή σε αυτή τη γειτονιά. Γιατί είναι μια περιοχή γεμάτη εκπλήξεις, γεμάτη μπαλκόνια όπου άνθρωποι στήνουν καινούργια νοικοκυριά. Μια γειτονιά που σου δίνει τη δυνατότητα να είσαι συνέχεια έξω χωρίς να είσαι μακριά από το σπίτι σου, με έναν τρόπο γίνεται η αυλή σου. Και με τροφοδοτεί συνεχώς με ιστορίες. Γιατί, εν τέλει, ο τρόπος με τον οποίο ψάχνει αυτή η γειτονιά να ξαναβρεί τον εαυτό της είναι ο τρόπος με τον οποίο τον ψάχνει και η Ελλάδα». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ