ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κίτρινη κάρτα από το ΔΝΤ σε εννέα τραπεζικούς κολοσσούς

Η Deutsche Bank έχει δυσκολευτεί να διατηρήσει την κερδοφορία της τα τελευταία χρόνια, εν μέσω αλλεπάλληλων προσπαθειών αναδιάρθρωσης, εξαιτίας των υψηλών προστίμων που έχει δεχθεί για διάφορες παρανομίες στο παρελθόν, του κόστους της τεχνολογικής αναβάθμισής της, αλλά και των υψηλών κεφαλαιακών απαιτήσεων που έχει ως επενδυτική τράπεζα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εννέα από τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου, οι Deutsche Bank, Citigroup, Barclays, Societe Generale, UniCredit, Standard Chartered και τρεις ιαπωνικές, ενδέχεται να δυσκολευθούν τα επόμενα χρόνια να πετύχουν επαρκή κερδοφορία, προειδοποίησε το ΔΝΤ. Είναι εξαιρετικά ασυνήθιστο το ΔΝΤ να κατονομάζει συγκεκριμένες τράπεζες, ωστόσο δικαιολογείται η απόφαση, δεδομένου ότι η εμφάνιση σοβαρών προβλημάτων σε αυτές θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

«Τράπεζες που δεν είναι κερδοφόρες, ίσως να μην είναι σε θέση να δημιουργήσουν επαρκή κεφάλαια στο μέλλον, αν προκύψουν σοβαρά προβλήματα», δήλωσε στην Ουάσιγκτον ο Τομπίας Αντριαν, διευθυντής του τμήματος Νομισματικής Πολιτικής και Κεφαλαιαγορών του ΔΝΤ. «Μπορεί να αποτελέσει απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα να μην είναι (μια συστημική τράπεζα) επικερδής», πρόσθεσε.

Οι τρεις ιαπωνικές τράπεζες που κατονόμασε το ΔΝΤ είναι οι Sumitomo Mitsui, Mizuho και Mitsubishi UFJ. Το Ταμείο υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη αναλυτών του τραπεζικού τομέα, καθεμία από τις εν λόγω εννέα συστημικές τράπεζες θα έχει το 2019 απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) χαμηλότερο από 8%.

Επειτα από έρευνα, το ΔΝΤ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κόστος ιδίων κεφαλαίων (δηλαδή η απόδοση που απαιτούν οι επενδυτές) των τραπεζών θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 8%.

Συνεπώς, οι τράπεζες πρέπει να εμφανίζουν κέρδη πάνω από αυτό το όριο, ώστε να παραμένουν κερδοφόρες. Σε διαφορετική περίπτωση ίσως να μην είναι σε θέση να συσσωρεύσουν κεφάλαια ενόψει πιο δύσκολων εποχών, λέει το Ταμείο. Στην έκθεση για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα που παρουσίασε το ΔΝΤ την Τετάρτη, οι αναλυτές του Ταμείου επικεντρώθηκαν στις 30 μεγαλύτερες και σημαντικότερες για τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος τράπεζες του κόσμου. Τα πιστωτικά ιδρύματα κατατάχθηκαν σε αυτή την κατηγορία με βάση το μέγεθός τους, την πολυπλοκότητα των διασυνδέσεών τους με άλλες τράπεζες και τη δυνητική ζημία που είναι σε θέση να προκαλέσει ενδεχόμενη κατάρρευσή τους στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αθροιστικά, οι 30 συστημικές τράπεζες έχουν περιουσιακά στοιχεία περίπου 47 τρισ. δολ., ποσό που είναι περισσότερο από το ένα τρίτο του συνόλου των δανείων και περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν όλες οι τράπεζες παγκοσμίως.

Οι απόψεις αυτές του ΔΝΤ δεν είναι καινοφανείς και μάλιστα ήδη θεωρούνται συμβατικές από πολλούς επενδυτές της Wall Street. Η μετοχή της Deutsche Bank διαπραγματεύεται στο λιγότερο από το μισό της λογιστικής της αξίας και μάλιστα αυτό συμβαίνει ήδη από το 2010. Πρόκειται για ένδειξη ότι οι επενδυτές δεν πιστεύουν πως μακροπρόθεσμα η μεγαλύτερη γερμανική τράπεζα είναι σε θέση να προσφέρει αποδόσεις που θα ενισχύσουν την αξία της.

Η Deutsche Bank έχει δυσκολευτεί να διατηρήσει την κερδοφορία της τα τελευταία χρόνια, εν μέσω αλλεπάλληλων προσπαθειών αναδιάρθρωσης, εξαιτίας των υψηλών προστίμων που έχει δεχθεί για διάφορες παρανομίες στο παρελθόν, του κόστους της τεχνολογικής αναβάθμισής της αλλά και των υψηλών κεφαλαιακών απαιτήσεων που έχει ως επενδυτική τράπεζα. Μία ακόμα δυσκολία που αντιμετωπίζει είναι τα χαμηλότερα περιθώρια κέρδους που έχει στην αγορά της Γερμανίας σε σύγκριση με άλλες μεγάλες τράπεζες σε άλλες χώρες.

Οι επενδυτές είναι περισσότερο αισιόδοξοι στην περίπτωση της Citibank, η μετοχή της οποίας έχει ανέβει κατά περισσότερο από 50% στη διάρκεια του περασμένου έτους και πλέον διαπραγματεύεται κοντά στη λογιστική της αξία. Οι Barclays και Standard Chartered έχουν πουλήσει περιουσιακά στοιχεία και έχουν αποχωρήσει από ορισμένους τομείς όπου δραστηριοποιούνταν στην προσπάθειά τους να αυξήσουν την κερδοφορία τους. Οι τρεις ιαπωνικές τράπεζες δυσκολεύονται ιδιαίτερα να αυξήσουν τα κέρδη τους εξαιτίας των χαμηλών επιτοκίων δανεισμού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ