ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ*

Σπάνιες γεωπολιτικές ευκαιρίες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​απελευθέρωση και ενσωμάτωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και των νησιών του Αιγαίου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους προσέδωσε ξεχωριστή γεωπολιτική σημασία στην έως τότε αμελητέα Ελλάδα. Η επακολουθήσασα Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 επιβεβαίωσε αυτή την πραγματικότητα. Τα επόμενα ογδόντα χρόνια, δύο ήσαν οι ισχυρές χώρες των Βαλκανίων: η Ελλάδα και η Γιουγκοσλαβία. Η χώρα μας ήλεγχε το θαλάσσιο μέτωπο. Η Γιουγκοσλαβία ήταν ο άλλος ισχυρός παίκτης των Βαλκανίων για λόγους που σχετίζονταν με τη γεωγραφία –στην καρδιά των Βαλκανίων–, την ύπαρξη βαριάς βιομηχανίας, ισχυρού στρατού και μιας συνειδητής πνευματικής ελίτ. Ακόμη και η «διανομή» των βαλκανικών κρατών από τον Τσώρτσιλ και τον Στάλιν στη Γιάλτα το 1945 δεν άγγιξε αυτή την ισορροπία. Τα πράγματα άλλαξαν με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η βαλκανική ενδοχώρα μεταμορφώθηκε σε ζωτικό χώρο ασφάλειας για το διευρυμένο ΝΑΤΟ και για πολλά κράτη της Ε.Ε. Τη δεκαετία του 1990 η νέα Γιουγκοσλαβία θεωρήθηκε, λόγω κυρίως του Μιλόσεβιτς, χώρα που δεν εγγυάτο τον προσανατολισμό της προς τη Δύση. Οι εξελίξεις ήταν κατακλυσμιαίες. Στη θέση της ισχυρής Γιουγκοσλαβίας δημιουργήθηκαν κράτη μειωμένης κυριαρχίας και περιοχές de facto προτεκτοράτα.

Ηταν τότε που η Ελλάδα ξύπνησε μια ημέρα και ανακάλυψε ότι είχε μείνει η ισχυρότερη χώρα στα Βαλκάνια. Το κέντρο βάρους, που παραδοσιακά ήταν στη Γιουγκοσλαβία-Σερβία, είχε μετατοπισθεί προς τη χώρα μας. Η στρατηγική μας αναβάθμιση ωφείλετο στη διάλυση του έτερου ισχυρού πόλου, της Γιουγκοσλαβίας. Αντιθέτως, η Ελλάδα παρέμενε απολύτως σταθερή λόγω της προσδέσεώς της στον πυρήνα των μηχανισμών ασφαλείας και εμπορίου της Δύσεως. Επιπλέον, είχε μια θαυμάσια γεωγραφική θέση με υποδομές σε λιμάνια, δρόμους και αεροδρόμια που επέτρεπε στο ΝΑΤΟ τον στρατιωτικό έλεγχο της Νότιας Βαλκανικής.

Η στρατηγική μας αναβάθμιση δεν ήταν συνειδητή επιλογή των Αμερικανών ή του ΝΑΤΟ. Ούτε βασίσθηκε στη στρατιωτική ή πολιτική μας δύναμη ούτε στην πνευματική μας κυριαρχία στον χώρο των Βαλκανίων. Κυρίως, δεν ήταν απόφαση κάποιας ελληνικής πολιτικής ελίτ να καταστεί η χώρα δραστήριος γεωπολιτικός παίκτης στην περιοχή. Απλά, μας προέκυψε. Αυτός είναι και ο λόγος που ουδέποτε ρωτούν οι «ισχυροί του κόσμου» τη γνώμη μας για την κατάσταση στα Βαλκάνια. Αντιθέτως, μέχρι και σήμερα θεωρούμαστε μέρος του βαλκανικού προβλήματος.

Τις επόμενες ημέρες ο Ελληνας πρωθυπουργός θα συναντηθεί με τον Αμερικανό πρόεδρο. Αυτό γίνεται σε μια εποχή που η Τουρκία δεν εγγυάται τον προσανατολισμό της προς Δυσμάς. Η επίσκεψη δύναται να ξεκινήσει τη διαδικασία αλλαγής ισορροπιών που ισχύουν εδώ και δεκαετίες στην περιοχή μας. Το μήλο των Εσπερίδων σε αυτή τη φάση είναι η βάση της Σούδας, λόγω της γεωγραφικής θέσεώς της. Ενα γεωγραφικό πλεονέκτημα αποτελεί σταθερή αξία. Εάν, όμως, δεν θέλουμε επανάληψη της ιστορίας της δήθεν ισχυρής Ελλάδος στα Βαλκάνια κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1990, θα πρέπει οι όποιες συζητήσεις να συνοδεύονται και από την πολιτική μας βούληση να μας αντιμετωπίσουν ως τον γεωπολιτικό ζωτικό παίκτη της περιοχής. Θα πρέπει να δείξουμε ότι έχουμε τη δυνατότητα και το εθνικό σθένος να στηρίξουμε ενεργά την πολιτική και οικονομική σταθερότητα σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο.

Μέσα στο πολιτικό χάος και στον λαϊκισμό των τελευταίων χρόνων, υπάρχει ένα θετικό σημάδι. Παρότι έχουν εναλλαγεί κυβερνήσεις από όλο το φάσμα του πολιτικού χώρου, στην ελληνική εξωτερική πολιτική επικρατεί σύμπνοια και συμφωνία ως προς τις στρατηγικές επιλογές. Οι εξελίξεις των επομένων μηνών θα απαιτήσουν ενεργό συνέργεια των μεγάλων πολιτικών δυνάμεων του τόπου.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ