ΕΛΛΑΔΑ

Ναυτική εκπαίδευση: ο «τροφοδότης» του ελληνικού εφοπλιστικού θαύματος

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Συγκέντρωση των μαθητών των σχολών Ασπροπύργου στο κεντρικό προαύλιο, το 1966.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΘΗΝΑΪΚΑ PLUS

Οι Ελληνες είχαν ανέκαθεν στραμμένο το βλέμμα τους προς τη θάλασσα. Σήμερα, σε μια εποχή οικονομικής κρίσης, τα επαγγέλματα που σχετίζονται με αυτήν έχουν αρχίσει ξανά να θέλγουν τους νέους. Το θέμα της ναυτικής και ναυτιλιακής εκπαίδευσης στη χώρα μας επανέρχεται –δικαίως– στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, καθώς η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει ένα πρότυπο κέντρο στον τομέα αυτόν.

Οι Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού πρέπει να συμβαδίσουν με τις απαιτήσεις της εποχής μας για να αποτελέσουν ξανά τα υποδειγματικά φυτώρια άξιων στελεχών που στήριξαν τον εφοπλισμό και κατάφεραν να φέρουν τον ελληνόκτητο στόλο στη θέση ισχύος. Οπως έλεγε σοφά ο Κώστας Μ. Λεμός το 1960: «Είμαστε πρωταθλητές στη θάλασσα, αλλά χωρίς τους δικούς μας ανθρώπους στα πλοία και μετέπειτα στα γραφεία θα χάσουμε το παραδοσιακό μας ανταγωνιστικό πλεονέκτημα».

Μια έκδοση που παρουσιάστηκε προχθές, Πέμπτη, στο Ιδρυμα Λασκαρίδη, όχι μόνον αποτυπώνει τη συμβολή της ναυτικής εκπαίδευσης στη δημιουργία του ελληνικού ναυτιλιακού θαύματος, αλλά υπογραμμίζει τη σημασία της για την ανόρθωση της οικονομίας μας. Συγγραφείς του τόμου είναι δύο δραστήριοι νέοι ερευνητές της ναυτιλίας, ο Ηλίας Μπίσιας, διευθυντής της μηνιαίας έκδοσης «Ναυτικών Χρονικών» και διδάσκων στο ALBA Business School, και ο δρ Ιστορίας Παναγιώτης Καπετανάκης. Αξιοποίησαν αρχειακό υλικό για την ίδρυση και λειτουργία των δέκα ακαδημιών της χώρας μας, κάνοντας ταυτόχρονα εκτενή αναφορά στην ίδρυση του Κεφαλαίου Ναυτικής Εκπαίδευσης.

Για τους μη γνωρίζοντες, το ΚΝΕ που στηρίζει οικονομικά το δημόσιο σύστημα ναυτικής εκπαίδευσης, αντλεί τους πόρους από τα ελληνικά και ελληνόκτητα πλοία συμβεβλημένα με το ΝΑΤ και όχι από την πολιτεία. Η ιδέα για τη δημιουργία του έγινε μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που βρήκε τον ελληνικό εμπορικό στόλο αποδεκατισμένο και χιλιάδες Ελληνες ναυτικούς να έχουν χαθεί από τορπιλισμούς, βομβαρδισμούς και νάρκες.

Το 1946 στη Νέα Υόρκη, όταν ολοκληρώθηκαν οι συζητήσεις για την αγορά των 100 Λίμπερτυ, ο τότε υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας Νικόλαος Αβραάμ μαζί με τον ιδρυτή και εκδότη των «Ναυτικών Χρονικών» Δημήτρη Κωττάκη πρότειναν στους Ελληνες πλοιοκτήτες την ιδέα σύστασης ενός ειδικού ταμείου – του Κεφαλαίου Ναυτικής Εκπαίδευσης. Ετσι η ελληνική πλοιοκτησία βρήκε μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν τους κατάλληλα εκπαιδευμένους ανθρώπους, που εργάστηκαν σκληρά και αναζωογόνησαν οικονομικά τη χώρα με τα εμβάσματά τους.

To «παρών» στην ειδική εκδήλωση έδωσαν εφοπλιστές, καπετάνιοι, στελέχη του Λιμενικού Σώματος και βέβαια πολλοί από τους διδάσκοντες στις ΑΕΝ. Ανάμεσά τους ήταν ο καπετάν Παναγιώτης Τσάκος, ο Στάμος Ι. Φαφαλιός που χρηματοδότησε και την έρευνα πάνω στην οποία στηρίχθηκε η έκδοση της Gratia, ο Χαράλαμπος Φαφαλιός, επικεφαλής του Greek Shipping Cooperation Committee, του Λονδίνου και η Κατίγκω Χατζηπατέρα (η αδελφή της, Αταλάντη, έδωσε στους ερευνητές το αρχείο του πατέρα της, πρώην προέδρου του Committee, Ιωάννη Αδαμάντιου Χατζηπατέρα). Την πολιτεία εκπροσώπησε ο νυν υπουργός Ναυτιλίας Π. Κουρουμπλής και ο τέως υπουργός Θ. Δρίτσας, ενώ την αξιωματική αντιπολίτευση ο Γ. Κουμουτσάκος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ