Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κάρλες Πουτζντεμόν: Republica

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Πριν από μία εβδομάδα «έκαναν δράση» κατά του ΕΝΦΙΑ – ενός μάλλον αριστερού φόρου επί της περιουσίας. Την Τετάρτη «έκαναν συμβολική κατάληψη» υπέρ των εθνικιστών της Καταλωνίας. Αν η ακτιβιστική ρουτίνα του «Ρουβίκωνα» έχει κάποιο πολιτικό νόημα, αυτό μάλλον δεν μπορεί να εκπορεύεται από την αριστερή του ταυτότητα. Θα μπορούσε όμως να είναι ένας διαρκής φόρος τιμής στην «ελληνική ιδιαιτερότητα». Ιδιαιτερότητα που αντανακλάται στην προθυμία όχι μόνο των αυτοαποκαλούμενων αναρχικών, αλλά και της μέινστριμ Αριστεράς, να συνταχθεί υπό τα λάβαρα του Κάρλες Πουτζντεμόν – ενός σοβινιστή που διατελεί σε μπολιβαριανό ιδεασμό.

Πρόκειται για ανάγνωση που αδικεί την Αριστερά. Δεν είναι η μόνη που δεν καταλαβαίνει. Δεν είναι μόνο τα δικά της θεωρητικά σχήματα που αποδεικνύονται παρωχημένα μπροστά στη σημερινή «μπαχαλοποίηση» της Δύσης – όπως μονολεκτικά την όρισε προχθές η Ντόρα Μπακογιάννη.

Πώς να καταλάβει η Αριστερά ότι αυτοί που εξεγείρονται, αυτοί που παίρνουν τον ρόλο του καταπιεζόμενου απέναντι στην αστυνομική βία, το κάνουν εν ονόματι του πλούτου τους – όχι από αλληλεγγύη προς τους άλλους πολίτες της Ισπανίας, αλλά από εθνικό ναρκισσισμό, επειδή δεν θέλουν να χρηματοδοτούν άλλο με τους πόρους τους το κοινό κράτος. Το ίδιο συμβαίνει και με τους Σκωτσέζους, που κάθονται εγωιστικά πάνω στα ενεργειακά αποθέματα της Βόρειας Θάλασσας. Το ίδιο και με τους αυτονομιστές της Βόρειας Ιταλίας, που δεν θέλουν να μοιράζονται τα πλούτη τους με τον ρυπαρό Νότο.

Πώς να καταλάβει η πουτζντεμόνια Αριστερά στην Ελλάδα την αντίφαση που δεν φαίνεται να συναισθάνονται ούτε οι υπερήφανοι Καταλανοί όταν ζητούν την κυριαρχία τους, αξιώνοντας να μείνουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση – έναν οργανισμό που απορροφά κυριαρχία από τα έθνη-κράτη;
Αυτές οι αντίρροπες επιθυμίες, τόσο του εικοστού αιώνα και τόσο μεταμοντέρνες, δεν μας είναι ξένες. Είναι, βέβαια, διαφορετικά τα ιστορικά και κοινωνικά συμφραζόμενα της Καταλωνίας. Ομως, βλέποντας τις εικόνες από τη Βαρκελώνη, νιώθει κανείς τις ομοιότητες που επέβαλαν τη μεταγραφή της kolotoumba στα ισπανικά.

Βλέπεις τα εναλλάξ παραληρούντα πλήθη – τη μία ημέρα στον δρόμο οι οπαδοί του «Ναι», την άλλη οι οπαδοί του «Οχι». Βλέπεις τη δημοψηφισματική διασταύρωση εθνικιστών και Αριστεράς· τη δημοψηφισματική καταστρατήγηση των θεσμών, με κάλπες περίπου ή καθόλου συνταγματικές. Βλέπεις, κυρίως, ότι ποτέ μια κοινωνία δεν είναι αρκετά πλούσια ή αρκετά ώριμη για να αποφύγει την αυτοθυματοποίηση – την αυτοδηλητηρίαση του πληγωμένου συλλογικού εγωισμού.

Tα «Hola Republica!» της Βαρκελώνης ακούγονται ανησυχαστικά και παρηγορητικά ταυτόχρονα. Ανησυχαστικά, γιατί αναζωπυρώνουν τη μνήμη εκείνου που μας συνέβη. Παρηγορητικά, γιατί η «ελληνική ιδιαιτερότητα» δεν είναι τελικά και τόσο ιδιαιτερότητα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ