Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Μαρία Σπυράκη: Γλώσσες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

«Τι πίνετε και δεν μας δίνετε;». Μπορεί να φανταστεί κανείς τον Κυριάκο Μητσοτάκη να προφέρει αυτή την ερώτηση; Ισως, αλλά όχι νηφάλιο. Μόνο υπό την επήρεια κάποιας τοξικής πολιτικής επιφοίτησης. Η ερώτηση αποτέλεσε το πρώτο –ή, τέλος πάντων, ένα από τα πρώτα– δελτίο Τύπου μετά τον ορισμό της Μαρίας Σπυράκη στην εκπροσώπηση του κόμματος. Εκπροσώπηση που δεν είναι απαραίτητο να αντηχεί τη γλώσσα του Μητσοτάκη – και ας επιμένουν κάποιοι ότι η Ν.Δ. πρέπει πάντα να εκφράζεται σαν να μιλούσε ο ίδιος ο πρόεδρός της.

Ο προκάτοχος της Σπυράκη, ας πούμε, δεν ήταν κλώνος του προέδρου. Είχε άλλο προφίλ, άλλο ύφος. Γι’ αυτό, έλεγαν, ότι διά του εκπροσώπου το κόμμα απευθυνόταν σε άλλα ακροατήρια.

Κανείς δεν μπορεί να πει εκ των προτέρων πόσο εμπλουτίζει ή πόσο, εν τέλει, θολώνει το κεντρικό μήνυμα αυτή η εκφραστική ποικιλία στην κορυφή. Πρόκειται για πολύ δύσκολη χημεία, ιδίως σε ένα μιντιακό περιβάλλον που έχει αχρηστεύσει όλους τους παλαιούς κανόνες για το τι πίνει και τι δεν πίνει η κοινή γνώμη.

Η Σπυράκη, πάντως, δεν επελέγη μόνο για την πολιτική της ταύτιση με τον πρόεδρο – επειδή ήταν από τα ελάχιστα στελέχη του κόμματος που είχαν από την αρχή στηρίξει την υποψηφιότητα του Μητσοτάκη. Επελέγη και επειδή ήταν επαγγελματίας των media και, ως επαγγελματίας, έχει εξασκηθεί στο να επιμελείται το επικοινωνιακό προϊόν, ανεπηρέαστη από τις προσωπικές κλίσεις της.

Δεν χρειάζεται να ακτινογραφήσει κανείς τα νέα πρόσωπα του επικοινωνιακού επιτελείου για να ανακαλύψει το στρατηγικό ζητούμενο για τη Νέα Δημοκρατία. Το είχε δηλώσει ο ίδιος ο Μητσοτάκης ήδη από τη ΔΕΘ – όταν επαιρόταν για την ευκολία με την οποία μπορεί να κοιτά «και δεξιά και αριστερά». Οι δημοσκοπήσεις υποδείκνυαν από τότε στη Νέα Δημοκρατία ότι έχει φτάσει στα όρια της εκλογικής της απήχησης ως αντισύριζα αντιπολίτευση.

Αν ήθελε να διευρύνει την επιρροή της σε μεγέθη αυτοδυναμίας, θα έπρεπε να επιχειρήσει το χιλιοτραγουδισμένο άνοιγμα προς το Κέντρο. Θα έπρεπε δηλαδή να ορίζει η ίδια την ατζέντα, αυτοσυστηνόμενη θετικά, προγραμματικά, ως μελλοντική κυβέρνηση.

Το πόσο δύσκολο είναι αυτό το εγχείρημα φάνηκε τις τελευταίες ημέρες. Φάνηκε στην αποτελεσματικότητα με την οποία η κυβέρνηση εκτρέπει την ατζέντα, στήνοντας θέματα σαν επικοινωνιακές δολιοφθορές.

Εκτός από την πείρα στην τηλεόραση, η Σπυράκη έχει και την πείρα της προεκλογικής καμπάνιας του Ιανουαρίου του 2015. Ηταν μια καμπάνια σύντομη, αλλά βαριά· τραυματική και προδρομική. Προδρομική, γιατί ήταν η πρώτη από τις εκλογικές αναμετρήσεις σε (περίπου) δυτική δημοκρατία που έμελλε να κριθούν από τον πολτό της «αληθειότητας» – ηλιθιότητας εξοπλισμένης με ισχύ ακλόνητης αληθείας. Τραυματική, γιατί έκτοτε δεν έχει ανακαλυφθεί ασφαλής τρόπος για να μη συνθλίβεται κανείς σε αυτόν τον πολτό.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ