Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Ελάχιστες σημειώσεις για μια τεράστια χώρα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

O​​ύτε τον ίδιο σου τον τόπο δεν προλαβαίνεις να τον μάθεις όσο βαθιά θα ήθελες, ακόμα κι αν μακρύνει ο βίος σου· από τις χιλιάδες, συχνά αντιφατικές φωνές του, λίγες θ’ ακούσεις και ελάχιστες θα μεταφράσεις με πιστότητα. Ενα ταξίδι λίγων ημερών, λοιπόν, σε χώρα ξένη, μόνο να σου ανοίξει την όρεξη μπορεί. Δεν θα σου δώσει τα κλειδιά για να τρυπώσεις στα μυστικά της, ιδίως αν δεν την αντιμετωπίσεις σαν σεβαστικός επισκέπτης αλλά σαν αλαζονικός τουρίστας, απολύτως βέβαιος για τα στερεότυπα με τα οποία σε έχει εξοπλίσει η πατρίδα σου, ή ο δυτικός κόσμος εν γένει.

Στην Αίγυπτο δεν είχα πάει ποτέ, όσο κι αν ήθελα να τη γνωρίσω, όπως και το Ισραήλ ή τη Συρία. Πολλά εμπόδιζαν την επιθυμία, ανάμεσά τους ο φόβος της τρομοκρατίας, που αναζωπυρώνεται με κάθε επίθεση. Την καλή ευκαιρία μού τη έδωσαν τα 14α «Καβάφεια», διοργανωμένα από το Ελληνικό Ιδρυμα Πολιτισμού και αφιερωμένα στη μνήμη του Κωστή Μοσκώφ, που αφιερώθηκε στην καταξίωση αυτού του διεθνούς λογοτεχνικού συμποσίου.

Εξαιρετικά πυκνό το πρόγραμμα των «Καβαφείων» (και υψηλή η στάθμη τους, με τη συμβολή Αιγύπτιων και Ελλήνων μελετητών και συγγραφέων), επέτρεψε μολαταύτα την επί τροχάδην έστω επίσκεψη σε σημεία εμβληματικά: στις πυραμίδες του Χέοπα, του Χεφρήνου και του Μυκερίνου (τόσο υπέρογκο πάθος για τη μεταθανάτια γαλήνη, και κατέληξε στην απόλυτη έκθεση στο μαζικό βλέμμα και στον ασίγαστο θόρυβο), στη Σφίγγα, στο αφοπλιστικά πλούσιο Μουσείο του Καΐρου, στο σπίτι του Καβάφη, στην εντυπωσιακή Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Σε αίθουσά της έγιναν πολλές συνεδρίες, με μεικτό πάντα κοινό, ελληνικό, αιγυπτιακό και αιγυπτιώτικο (φθίνει όντως αριθμητικά η πολύ μεγάλη κάποτε ελληνική παροικία, αλλά δεν σβήνει), το οποίο διευκολυνόταν από τον ακάματο διερμηνέα Σαμουήλ Μπισσάρα, μεταφραστή του Καβάφη στα αραβικά.

Μόνο εγώ κατάφερα να στενοχωρήσω αυτόν τον μειλίχιο άνθρωπο, έτσι ταχύτατα όπως διάβαζα, για να προλάβω τον χρόνο, όσα είχα γράψει για την ενδεχόμενη ποιητική γνωριμία του αλεξανδρινού Καβάφη με έναν άλλον Αλεξανδρέα, τον Παλλαδά. Ποιητής του 4ου αιώνα μ.Χ. ο Παλλαδάς, υμνητής της περίφημης Υπατίας (τη συνδρομή του πατέρα της, του αστρονόμου και μαθηματικού Θέωνα, ζητάει άλλωστε με επίγραμμά του), προσπάθησε με στίχους μελαγχολικούς ή σκωπτικούς να υπερασπίσει τον ελληνισμό από τον επελαύνοντα χριστιανισμό, που σάρωσε την Αλεξάνδρεια με τον φανατισμό των καλογέρων του (τους περιποιήθηκε και αυτούς η παλλαδική σάτιρα). Συχνός επισκέπτης της «Παλατινής Ανθολογίας» ο Καβάφης, και ποιητής που μελέτησε το ζεύγος ελληνισμός - χριστιανισμός, δεν μπορεί να μη διασταυρώθηκε με τα επιγράμματα του Παλλαδά, πάνω από 150, που αποτελούν ένα από τα πλέον διακριτά και ενδιαφέροντα (ποιητικά και ιδεολογικά) υποσύνολα της «Παλατινής».

Το «όπως κι εμείς» ήρθε πολλές φορές στον νου και στις κουβέντες μας. Ελληνες και Αιγύπτιοι δανειζόμαστε αίγλη από το παρελθόν, για να την καταθέσουμε στην τράπεζα της αυτοπεποίθησης ή του τουρισμού. Και χρησιμοποιούμε εύκολα αναγνωρίσιμα σήματα της αρχαιότητας για να στολίσουμε τη φθαρμένη τωρινή εικόνα μας· στα τείχη των στρατιωτικών σχολών λ.χ., στο Κάιρο, βλέπεις παραστάσεις κατασκευασμένες από κάποιου είδους μυθολογικό ρεαλισμό, έναν απόγονο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού δηλαδή, που ανάμεσα στις μορφές των στρατιωτών σκαλίζει μέλη της αιγυπτιακής μυθολογίας και θεολογίας. Οπως κι εμείς –έστω, πολλοί από εμάς–, πολλοί Αιγύπτιοι (και το «πολλοί» έχει άλλη σημασία όταν αναφερόμαστε στα δέκα εκατομμύρια της Ελλάδας ή στα είκοσι του Καΐρου) πετούν έξω από το αυτοκίνητο το πλαστικό μπουκαλάκι ή το τσιγαροκούτι. Οπως κι εμείς, οι Αιγύπτιοι εισάγουν από την Κίνα κάθε είδους μπιμπελό για την τουριστική αγορά: σφίγγες, φαραώ, πυραμίδες, οβελίσκους, θεότητες, ψευτοπάπυρους. Η αντιστοιχία ευρώ - λίρας (είκοσι προς ένα, με το μηνιάτικο να μην ξεπερνάει τα εκατό ευρώ) μας έπεισε πως θα ’ταν ντροπή να τιμήσουμε το πατροπαράδοτο έθιμο του παζαριού: με τριάμισι ευρώ ήπιαμε τους καφέδες και τα τσάγια μας έξι άνθρωποι.

Τουρίστες ξανάρχισε να έχει η Αίγυπτος. Οχι πάντως όσους θα αντιστοιχούσαν στη μοναδικότητά της. Δεν δρα ανασταλτικά μόνο ο φόβος της τρομοκρατίας, εξαιτίας της οποίας το Μουσείο και η Βιβλιοθήκη φυλάσσονται από αμέτρητους αστυνομικούς και στρατιώτες επί τεθωρακισμένων, ενώ κάθε ξενοδοχείο (και γενικά κάθε κλειστός χώρος δημόσιας χρήσης) έχει εγκαταστήσει στη είσοδό του μηχάνημα ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων, σαν των αεροδρομίων. Αποτρεπτικά πρέπει να λειτουργεί και η πολύ μικρή γλωσσομάθεια, ακόμη και σε σημεία τουριστικώς ενδιαφέροντα· η πλημμελέστατη κρατική και ατομική μέριμνα για τη δημόσια καθαριότητα· και ακόμα, η βαριά ρύπανση του Καΐρου, αφού η έρημος προσθέτει τη σκόνη της στα καυσαέρια που εκπέμπουν αναρίθμητα αυτοκίνητα κινούμενα διά της μεθόδου του κορναρίσματος και σφηνοειδώς· λιγοστά τα φανάρια, αντιμετωπίζονται με παγερή αδιαφορία από τους οδηγούς, άντρες και γυναίκες, πολλές γυναίκες, πράγμα που θα το βλέπουν στη Σαουδική Αραβία και θα φρικιούν. Και –όπως κι εμείς– πάμπολλοι οδηγούν μιλώντας στο κινητό, που αποτελεί το απόλυτο φετίχ της νεολαίας, όπως κι αν είναι ντυμένη, δυτικότροπα, με κελεμπία, με μαντίλα ή και μπούργκα.

Στους δρόμους των πόλεων και στις εθνικές οδούς συνυπάρχουν όλες οι εποχές: δίπλα στο πιο σύγχρονο μοντέλο κινείται (συχνά ισοταχώς, λόγω του μόνιμου τράφικ) μια καρότσα συρόμενη από δύο γαϊδουράκια, τόσο αποστεωμένα που μοιάζουν συνομήλικα εκείνου που κουβάλησε στην Αίγυπτο τη Μαρία και τον Ιωσήφ. Τον χριστιανισμό, τον κοπτικό πρωτίστως, δεν τον βλέπεις μόνο στις εκκλησίες, πολύ λιγότερες από τα τζαμιά, αλλά και στην εικόνα της Παναγίας ή στον κρεμασμένο σταυρό σε ορισμένα ταξί. Κάποια στιγμή το μάτι έπεσε σ’ ένα από τα βανάκια που λύνουν (μεγεθύνοντάς το) το κυκλοφοριακό, μεταφέροντας επιβάτες: η επιγραφή πάνω του, «I love Jesus», έμοιαζε αυτοκτονική. Κι ωστόσο ακόμα και άνθρωποι ντυμένοι με έκδηλη ισλαμική πίστη το χρησιμοποιούσαν για να πάνε στον προορισμό τους.

Το σήμα της βαριάς φτώχειας και της κολοσσιαίας ανισότητας είναι οι τεράστιες συστάδες από έρημες, ακατοίκητες καφεγκρίζες πολυκατοικίες, ηθελημένα ασοβάτιστες, αφού το πρώτο χαμψίνι θα ’γδερνε τον σοβά. Το σήμα για την ανάπηρη ελευθερία το εξέπεμψε η ομιλία του πεζογράφου Σομάλα Ιμπραήμ: στην τελετή της βράβευσής του αναφέρθηκε με παρρησία στους κρατουμένους, είτε αντιφρονούντες είναι είτε εργάτες που απεργήσανε διεκδικώντας τα δικαιώματά τους είτε οπαδοί ποδοσφαιρικών ομάδων, τα γήπεδα των οποίων είχαν γίνει πεδίο συγκρούσεων το 2013. Ο Σομάλα Ιμπραήμ χειροκροτήθηκε όσο κανείς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ