ΒΙΒΛΙΟ

«Οι γονείς ακούν αν πρώτα μιλήσουν»

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Το νέο βιβλίο του Αθανασίου Αλεξανδρίδη προέκυψε από αληθινές συζητήσεις και εικονογραφεί πιστά τη σημερινή αγωνία των σκεπτόμενων γονέων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Είναι μεγάλη παγίδα να νομίζεις ότι κατέχεις την ψυχολογία». Με αυτήν τη φράση, ο ψυχίατρος, παιδοψυχίατρος και ψυχαναλυτής Αθανάσιος Αλεξανδρίδης έδωσε ένα στίγμα σε πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου του «Παιδικοί έρωτες» (εκδ. Ικαρος) ως προς το πόσο ανοιχτό πέλαγος είναι η γονεϊκότητα και η παιδική ψυχοσύνθεση. Επιθυμώντας να συμπλεύσει με την ψυχαναλυτική αλλά και βιωματική του σκευή, ανοίγει ένα διάλογο μέσα από ένα βιβλίο για το οποίο μπορεί κάποιος να πει ότι εμπνέεται από τη σωκρατική μέθοδο, τη μαιευτική. Μπαίνει ένας σπόρος από τον ψυχαναλυτή ή από κάποιον από τους γονείς που συμμετέχουν, και η συζήτηση ανοίγει τα κλαδιά της, βαθαίνει, γενικεύεται ή προσωποποιείται.

Αυτό το βιβλίο είναι το πρώτο μιας σειράς άλλων που θα ακολουθήσουν. Ο Αθ. Αλεξανδρίδης συναντά μία φορά τον μήνα μια ομάδα γονιών ενός μικρού ιδιωτικού σχολείου επί επτά συναπτά έτη. «Οι γονείς διψούν για βιβλία που μιλούν απλά για την παιδική ηλικία», μας λέει. «Το ότι το βιβλίο προέκυψε από αληθινές συζητήσεις, εικονογραφεί πιστά τη σημερινή αγωνία των σκεπτόμενων, ανήσυχων γονέων και, ίσως, και γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο άξιζε να εκδοθεί. Από την άλλη, στην παιδική ηλικία το παιδί ανακαλύπτει τον κόσμο και εντάσσεται σε αυτόν ως παιδί των γονέων του. Στην εφηβική, εντάσσεται σε αυτόν ως ατομική, “ξεχωριστή” και, ίσως, για κάποιο διάστημα, εναντιωματική ταυτότητα».

Σε αρκετά σημεία του βιβλίου, που δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση μιας ανοιχτής θεραπευτικής διαδικασίας, υπάρχει η εντύπωση ότι οι γονείς δεν είναι σε αρκετές περιπτώσεις μυημένοι στην ψυχαναλυτική γνώση. Αναρωτήθηκα αν αυτό έφερνε δυσκολίες στη συνάντησή του ή στην ανάγκη να απλοποιηθούν μερικά πράγματα, ή στη δυσκολία ορισμένων να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Ενώ όλα τα ερωτήματα αφορούν τα παιδιά, ο ψυχαναλυτής γυρνάει τη συζήτηση στους γονείς, στη δική τους παιδική ηλικία.

«Ο ψυχαναλυτής εκπαιδεύεται για να εργάζεται με ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τον ψυχαναλυτικό τρόπο σκέψης», σχολιάζει όταν τον ρωτώ σχετικά. «Αυτοί οι “αθώοι”, οι “αμόλυντοι”, όπως στην περίπτωσή μας οι συνομιλητές γονείς, είναι οι καλύτεροι γιατί δεν έχουν τις αντιστάσεις και τις αναστολές που ένα ψυχαναλυτικό επίχρισμα δημιουργεί. Είναι σωστή παρατήρηση ότι δυσκολεύονται κάποιοι ενήλικες, γιατί συχνά δεν δημιουργείται το κατάλληλο ψυχαναλυτικό πλαίσιο συζήτησης που θα τους δείξει ότι όταν αλληλεπιδρούν με το παιδί τους, από τη μεριά τους δεν δρα μόνο ένας ενήλικος γονέας αλλά και το παιδί που αυτός υπήρξε κάποτε και που πάντα φέρει μέσα του. Επιτρέποντας σε αυτό το παιδί να “ξαναμιλήσει”, έχουν πιθανότητες να ακούσουν με διαύγεια, αγάπη και κατανόηση τι τους λέει το σημερινό τους παιδί». Το βιβλίο είναι γραμμένο με γλώσσα κατανοητή, αλλά μέσα από την αμεσότητα, τα διάσπαρτα παραδείγματα, το ενδιαφέρον για την τέχνη και τη λογοτεχνία αλλά και την προσωπική τοποθέτηση του ίδιου του ψυχαναλυτή σε ζητήματα βιωμένα, διατρέχουμε τη θεωρία της ψυχανάλυσης σε ό,τι αφορά τα φύλα μέσα στην οικογένεια, τους παιδικούς έρωτες και πώς αυτοί επηρεάζουν τη ζωή μας, τη σεξουαλικότητα στην προεφηβεία δημιουργώντας μια γέφυρα με την εφηβεία.

Μαρτυρία

Αραγε, πόσο δεκτικοί είναι οι σημερινοί γονείς να ακούσουν για δύσκολα και ευαίσθητα θέματα όπως η ομοφυλοφιλία, ιδίως όταν τα παιδιά τους είναι ακόμη μικρά; «Το βιβλίο αποτελεί μαρτυρία για δύο πράγματα. Πρώτον, οι γονείς ουσιαστικά ενδιαφέρονται μόνο για τα δύσκολα και ευαίσθητα θέματα που τους “καίνε” και, δεύτερον, οι γονείς είναι δεκτικοί να ακούσουν όταν πρώτα τους δοθεί ο χώρος να μιλήσουν».

Στη συζήτηση περί του εμβολιασμού ή μη της κοινωνίας με την ψυχαναλυτική σκέψη, ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης μνημονεύει τον ιδρυτή της ψυχανάλυσης, τον Ζίγκμουντ Φρόιντ. «Από την αρχή έγραφε όχι μόνο για ψυχαναλυτές αλλά και για το ευρύ καλλιεργημένο κοινό και όχι μόνο για θέματα ψυχοπαθολογίας αλλά και για την τέχνη, τη θρησκεία, την κοινωνία, τον πόλεμο. Το παράδειγμά του ακολουθούμε αρκετοί ψυχαναλυτές στον κοινωνικό και ακαδημαϊκό χώρο, ψηλαφώντας τα όρια αυτής της διάδοσης και διείσδυσης της ψυχαναλυτικής σκέψης. Η ουσιαστική γνώση έρχεται, βέβαια, μόνο με την προσωπική ατομική ψυχαναλυτική εμπειρία - θεραπεία».

Ο συγγραφέας έχει μακρά πορεία στα εκδοτικά πράγματα. Από το 1992 συστηματικά εκδίδει ποιητικές συλλογές, είναι διευθυντής της Ψυχαναλυτικής Σειράς των εκδόσεων Ικαρος, ενώ το 2015 κυκλοφόρησε η νουβέλα του, με τίτλο «Το πρωτάκι». Οπως αναφέρει, «η ψυχανάλυση ήδη πατάει στον δεύτερο αιώνα της και έχει αναδείξει πολλούς ψυχαναλυτές που ασχολήθηκαν με την επιστήμη, τη φιλοσοφία και την τέχνη εμβριθώς ως παράλληλη δραστηριότητα. Ισως γιατί η ψυχανάλυση δίνει κάποια νοητικά “κλειδιά” και λύνει ψυχοσυναισθηματικές αναστολές, δημιουργώντας παράλληλα ήθος και ύφος. Η ψυχανάλυση είναι από τη φύση της μια “ποιητική” εργασία, με την έννοια ότι μέσα από αυτήν ο αναλυόμενος ποιεί τον εαυτό του. Πού βρίσκεται λοιπόν το περίεργο ο ψυχαναλυτής να επεκτείνει τη δημιουργική εργασία και μέσα από το “εκτός των τειχών” έργο του;».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ