ΛΟΥΚΑΣ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Η σύνταξη των δικαστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κατά καιρούς έχουν γραφτεί πολλά επικριτικά άρθρα για τις αποδοχές και τις συντάξεις των δικαστών, από το ότι μόνοι αποφασίζουν για το ύψος τους (εσφαλμένως αφού περί αυτών αποφασίζει το ειδικό προς τούτο δικαστήριο, το ονομαζόμενο Μισθοδικείο, στο οποίο οι μετέχοντες δικαστές είναι μικρή μειοψηφία), μέχρι το ότι οι αποδοχές και οι συντάξεις τους είναι αδικαιολογήτως υψηλότερες των λοιπών δημοσίων λειτουργών. Στο πνεύμα των τελευταίων ευρίσκεται και το άρθρο του καθηγητού κ. Πλ. Τήνιου που δημοσιεύθηκε στην «Κ» στο φύλλο τής 10.10.2017, με τίτλο «Συντάξεις δικαστικών και ασφαλιστικό». Στο κείμενο αυτό ο αρθρογράφος αναφέρει και τα εξής:

«Πανστρατιά δικαστών για τις νέες μειώσεις στις συντάξεις τους... Ομως, το παράπονο των δικαστών μπορούν να επικαλεστούν διευθυντές τραπεζών, στελέχη επιχειρήσεων, συνεπείς επιχειρηματίες» (σημ.: πρωτότυπη η σύγκριση δικαστών με υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα και με ελεύθερους επαγγελματίες!). Ποιος είναι ο αντίλογος των δικαστών; Οτι συγκροτούν τον «σκληρό πυρήνα του κράτους» και ότι «η ειδική μισθολογική μεταχείριση είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη». Ποιο πρόβλημα έχει αυτός ο συλλογισμός; Ταυτίζει τη σχέση εργασίας των δικαστών με τον εργοδότη τους, με τη σχέση ασφάλισης με το σύστημα των συντάξεων. Θεωρεί ότι οι συντάξεις οφείλουν να είναι εξάρτημα της πολιτικής προσωπικού ενός εργοδότη –του Δημοσίου– και ότι οι υπόλοιποι εργοδότες - εργαζόμενοι πρέπει να επιβαρύνονται για την ειδική μεταχείριση. Λένε δηλαδή ότι «η αδικία είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη και οφείλει να συνεχιστεί. Οτι ο κ. Κατρούγκαλος σφάλλει επειδή νομοθετεί ίσα δικαιώματα».

Δεν έχει κανείς την αξίωση από τον κ. καθηγητή να γνωρίζει τη νομική επιστήμη. Εχει, όμως, την αξίωση, επειδή θέλει να αρθρογραφεί για θέματα που ρυθμίζονται από το Σύνταγμα, να έχει τουλάχιστον αναγνώσει τις σχετικές διατάξεις. Αν το είχε κάνει, είναι βέβαιο ότι δεν θα είχε γράψει το άρθρο. Το Σύνταγμα, στο άρθρο 26, ορίζει ότι οι από αυτό απορρέουσες εξουσίες είναι τρεις, η μία εκ των οποίων είναι η Δικαστική. Αν, δε, ρωτούσε ένα πρωτοετή φοιτητή της Νομικής, θα του έλεγε ότι οι δικαστές είναι άμεσα όργανα του κράτους και επομένως δεν είναι υπάλληλοι (έμμεσα όργανα). Θα του έλεγε ακόμη, ότι άλλο ο δημόσιος τομέας και άλλο πράγμα ο ιδιωτικός. Επομένως: α) είναι ατυχής η σύγκριση των δικαστών με διευθυντές, τραπεζών, επιχειρήσεων κ.λπ., δηλαδή με υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα και με ελεύθερους επαγγελματίες, β) ότι, ακριβώς, λόγω, της ιδιότητας των δικαστών, ως άμεσων οργάνων του κράτους (όπως δηλαδή είναι οι βουλευτές και οι υπουργοί, κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος), δεν είναι συνταγματικώς επιτρεπτό να ρυθμίζονται οι αποδοχές και οι συντάξεις των δικαστών κατά τρόπον ίσο προς τους υπαλλήλους, όπως έχει την αξίωση ο κ. Τήνιος. Λησμονεί ο κ. καθηγητής, ότι μέχρι το 2008 υπήρχε αντιστοιχία των μισθών των πανεπιστημιακών λειτουργών με τους μισθούς των δικαστών; Και ότι, έκτοτε, υπάρχει «ειδικό μισθολόγιο» για τους πρώτους; Πώς συμβιβάζονται αυτά με τις περί ισότητος απόψεις του κ. καθηγητού; Και κάτι τελευταίο: Από την αρχή της κρίσεως, μέχρι σήμερα οι συντάξεις των δικαστών περιεκόπησαν κατά 74%. Γνωρίζει ο κ. Τήνιος, να περιεκόπησαν, κατά το ίδιο ποσοστό, και οι συντάξεις άλλων λειτουργών ή υπαλλήλων του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα; Και αν δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο (διότι απλούστατα δεν υπάρχει), πού είναι και στην περίπτωση αυτή, η ισότητα που επικαλείται;

*Επίτιμος αρεοπαγίτης, Δ.Ν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ