ΒΙΒΛΙΟ

Αδύνατον να ξεφύγεις από το παρελθόν σου

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Λεπτομέρεια από τον πίνακα «Ο επιζήσας» του σπουδαίου θαλασσογράφου Ιβάν Αϊβαζόφσκι. Αλληγορικά, στους βράχους θα μπορούσε να βρίσκεται ο Μπάρτον, διασωθείς από το «ναυάγιο» της ζωής του.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΤΖΟΖΕΦ ΣΕΡΙΝΤΑΝ ΛΕ ΦΑΝΙ
Το άγρυπνο μάτι
μτφρ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
εκδ. Αγρα, σελ. 128

Διάβασα το «Αγρυπνο μάτι» του Σεριντάν Λε Φανί αρχές Ιουνίου και ομολογώ πως δεν θυμάμαι πια τη νουβέλα. Θυμάμαι μόνο μερικούς σπονδύλους της ραχοκοκαλιάς της. Επομένως, τούτο το μικρό κείμενο δεν μπορεί να είναι ένα κριτικό σημείωμα για μια ιστορία τρόμου, δημοσιευμένη το 1851, μα ένα ταχύ σχόλιο για τα κομμάτια –τα φανερά σημάδια– που αφήνει ένα βιβλίο στη μνήμη και, κυρίως, για εκείνα τα κομμάτια που βουλιάζουν στη λήθη και λειτουργούν εξίσου διαβρωτικά.

Eνας άντρας, κάπως τολμηρός, χάνει τα λογικά του επειδή κάποιος τον ακολουθεί. Αρχικά αόρατος, παίρνει σταδιακά το σχήμα μιας μοχθηρής φιγούρας, που τον καταδιώκει, όσο κι αν ο άντρας προσπαθεί ν’ αποδράσει. Η καθημερινότητά του μετατρέπεται σε κόλαση, η ζωή του καταστρέφεται, και η ολιγοσέλιδη ιστορία του Λε Φανί μοιάζει με εφιάλτη, επιβεβαιώνοντας τον κανόνα: τα μικρά βιβλία μοιάζουν με εφιάλτη, ενώ τα ογκώδη είναι σαν μεγάλα όνειρα – ή το αντίστροφο.

Ο Μπάρτον

Η αλήθεια είναι πως θυμάμαι περισσότερο τα μέρη όπου διάβασα το «Aγρυπνο μάτι», παρά την ίδια τη νουβέλα. Hταν κάπου στη Γερμανία, σ’ ένα καφέ με κόκκινα καθίσματα, σχετικά αναπαυτικά, και σ’ ένα ξενοδοχείο, μακριά από το κέντρο της πόλης. Θυμάμαι την επιστροφή μου στο ξενοδοχείο.

Δίπλα στο ξενοδοχείο υπήρχε ένα πάρκο: το πρωί ήταν ειρηνικά, έβλεπες τα κοράκια να τσιμπάνε το γρασίδι. Το βράδυ όμως; Η νύχτα ήταν σαν μια μεγάλη σκιά που είχε καταπιεί το πάρκο. Γυρνούσα και κοιτούσα πίσω μου τρομαγμένος. Τώρα κλέβω: ανοίγω το βιβλίο. Ψάχνω στοιχεία για τον ήρωα.

Eχει μια αρραβωνιαστικιά. Περπατώ μαζί με τον ήρωα στους έρημους δρόμους του Δουβλίνου και ξέρω τ’ όνομά του. Τον λένε Μπάρτον. Μαθαίνω κι άλλα. Την ηλικία του. Το πρώην επάγγελμά του. Πως κάποτε ήταν πλοίαρχος. Τ’ όνομα της μνηστής του. Περπατώ και κλέβω. Ξέρω πως ο Μπάρτον κουβαλά ένα σκοτεινό παρελθόν. Ωστόσο, στον βαθμό που το παρελθόν κάθε ανθρώπου είναι σκοτεινό, δεν ανησυχώ.

Δεν ανησυχώ που, στους άδειους νυχτερινούς δρόμους, ο Μπάρτον ακούει ξανά και ξανά τα απόκοσμα βήματα του διώκτη του. Το επικίνδυνο πρόσωπό του, που αναδύεται στη σελίδα 50 και μεταδίδει «την έξαψη της τρέλας», δεν μ’ ανησυχεί. Είναι το παρελθόν που αναδύεται (ή ο αντίλαλος του παρελθόντος) και εισβάλλει στο παρόν μας, όταν όλες οι αισθήσεις μας συντονίζονται με τον βηματισμό μας: μια ξεχασμένη μυρωδιά επιτίθεται στα ρουθούνια μας, μια σκιά που βλέπουμε να ξεγλιστράει κάτω από την πόρτα, το άκουσμα του τριξίματος ενός κλαδιού που σπάει, μια γεύση που επικάθεται στη γλώσσα μας σαν χιόνι, τα χέρια μας που κρύβονται στις τσέπες, αρκούν για να μας εξουδετερώσουν. Η συνωμοσία των αισθήσεων μας πιέζει ν’ αμφισβητήσουμε το παρόν μας.

Η σκιά

Βρίσκω μια πρόχειρη σημείωση στο περιθώριο της σελίδας 110, δυσανάγνωστη –τα γράμματά μου είναι σαν ίχνη κορακιού–, και την καθαρογράφω: «Το παρελθόν του Μπάρτον κερδίζει, ο Μπάρτον εγκαταλείπει το παρόν του, βυθίζεται στο παρελθόν του, γίνεται ο ίδιος παρελθόν». Επιστρέφω στην αρχή του καλοκαιριού.

Τελειώνω το βιβλίο στο καφέ και αργότερα περπατάω προς το ξενοδοχείο. Να τελειώνεις την ανάγνωση ενός βιβλίου είναι σαν κλείνεις κιβούρι, σκέφτομαι. Διασχίζοντας το πάρκο ακούω βήματα πίσω μου, μα όταν γυρίζω δεν βλέπω κανέναν. Δεν φοβάμαι. Tα βήματα που ακούω είναι η ηχώ των δικών μου βημάτων και ο άνθρωπος που δεν βλέπω μέσα στο σκοτάδι έχει τη μορφή μου. Αδύνατον να ξεφύγω από τη σκιά μου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ