ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Στο όριο αίσθησης - παραίσθησης

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Η Τζ. Λόρενς είναι η... κυρία του σπιτιού στο «Μητέρα!», σε ένα πολυεπίπεδο δράμα που σε «ακολουθεί» πολύ μετά την έξοδο από την κινηματογραφική αίθουσα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

O Ντάρεν Αρονόφσκι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως η επιτομή του επιλεκτικού δημιουργού. Με επτά μόλις μεγάλου μήκους ταινίες σε 26 χρόνια καριέρας, ο Νεοϋρκέζος σκηνοθέτης σπανίως αποτυγχάνει («Νώε»), ενώ συνήθως χαρίζει στο κοινό φιλμ μεγάλης εσωτερικής έντασης («Ρέκβιεμ για ένα όνειρο», «Μαύρος κύκνος»), που κινούνται αριστοτεχνικά στο μεταίχμιο μεταξύ mainstream και «καλλιτεχνικού» κινηματογράφου. Κάπως έτσι μπορεί να περιγραφεί αρχικά και το «Mητέρα!». Αρχικά μόνο, διότι όσο κάποιος σταθεροποιεί μέσα του την ουσία του έργου, τόσο ανακαλύπτει πως εδώ έχουμε να κάνουμε μάλλον με κάτι πολύ μεγαλύτερο...

Ξεκινώντας υπάρχει ο μύθος: Σε ένα όμορφο, τεράστιο σπίτι, στη μέση του πουθενά, κατοικεί ένα ζευγάρι: ο άνδρας (Χαβιέ Μπαρδέμ), διακεκριμένος συγγραφέας που όμως έχει ξεμείνει από έμπνευση, μαζί με την κατά πολύ νεότερη γυναίκα του (Τζένιφερ Λόρενς), η οποία φροντίζει κάθε λεπτομέρεια των οικιακών. Την ήσυχη ζωή θα διακόψει η ξαφνική άφιξη ενός μυστηριώδους ξένου (Εντ Χάρις) και της ακόμα πιο παράξενης συζύγου του (Μισέλ Φάιφερ), την οποία θα ακολουθήσει μια κανονική εισβολή αγνώστων. Ολα αυτά τα παράξενα βέβαια, δεν είναι τίποτα μπροστά στο χάος που ακολουθεί στο δεύτερο μέρος, με την ταινία να παίρνει στροφή κάπου μεταξύ ψυχολογικού θρίλερ, χριστιανικής αλληγορίας, καθαρής δράσης και του κόστους της διασημότητας.

Ο Αρονόφσκι, ο οποίος έχει δηλώσει πως έγραψε το σενάριο μέσα σε ένα σύντομο, φρενιασμένο χρονικό διάστημα, ενσωματώνει στην ταινία πλειάδα επιρροών. Εδώ υπάρχει ο «Εξολοθρευτής άγγελος» του Μπουνιουέλ αλλά και ο «Αντίχριστος» του Τρίερ, ενώ δεν λείπουν και στοιχεία κλασικών ταινιών τρόμου. Παίζει δε διαρκώς με τον θεατή στο όριο αίσθησης-παραίσθησης, ακόμα πιο έντονα από ό,τι στον «Μαύρο κύκνο». Στο επίκεντρο, πάντως, είναι και εδώ μια γυναίκα. Η Λόρενς αντιμετωπίζει μακράν τον πιο απαιτητικό ρόλο της καριέρας της και τα βγάζει πέρα θαυμάσια: η αρχετυπική, δίχως όνομα (όπως και οι υπόλοιποι χαρακτήρες), γυναίκα που ερμηνεύει, μπορεί να παραλληλιστεί εξίσου με τη βιβλική Εύα, την Παναγία-Μαντόνα ή και τη Μητέρα Φύση.

Από την άλλη, υπάρχει ο ισότιμα περίπλοκος, αλλά μάλλον πιο αδύναμος, χαρακτήρας του άνδρα. Εξ ορισμού δημιουργός, ως συγγραφέας, ο άνδρας χρησιμοποιεί την καρδιά (αγάπη) της συντρόφου του, εδώ μάλιστα κυριολεκτικά, σαν ζωοποιό δύναμη που ενεργοποιεί και τον ίδιο. Κάποια στιγμή όμως καλείται να αντιμετωπίσει και την αδηφάγο λατρεία του κοινού του, η οποία ως τελική νέμεση θα γυρίσει το ρολόι της ιστορίας πίσω στην αρχή. Η αλήθεια είναι πως, μπροστά σε έναν κινηματογραφικό καμβά, γεμάτο από συμβολισμούς και αλληγορίες, ο Αρονόφσκι δεν αφήνει τον θεατή του αβοήθητο. Αυτή ωστόσο η διαρκής «πάλη» με το έργο, είναι ίσως τελικά και το στοιχείο που του στερεί τον τίτλο του αυθεντικού αριστουργήματος.

Το βαρόμετρο της εβδομαδας

Στο «Χωρίς αγάπη» ο Ρώσος δεξιοτέχνης Αντρέι Σβιάγκιντσεφ («Λεβιάθαν») επιστρέφει με ένα οικογενειακό, α λα Μπέργκμαν, δράμα, βραβευμένο από την Επιτροπή του Φεστιβάλ Καννών. Καθώς η Ζένια και ο Μπόρις χωρίζουν μέσα σε τεταμένο κλίμα, κανένας από τους δυο τους δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την τύχη του 12χρονου γιου τους, τον οποίο μοιάζουν έτοιμοι να εγκαταλείψουν. Ο Σβιάγκιντσεφ συμπληρώνει την εικόνα σήψης της ρωσικής κοινωνίας, με ένα χαμηλότονο, αλλά πολυεπίπεδο έργο που φτάνει να διαρρήξει τον πιο «ιερό» ανθρώπινο δεσμό: αυτόν του γονιού με το παιδί του.

Το «Ριψοκίνδυνοι άνδρες» αφηγείται την πραγματική ιστορία μια ομάδας τοπικών πυροσβεστών, οι οποίοι κατάφεραν να μπουν στην ελίτ των ανάλογων εγχώριων σωμάτων των ΗΠΑ και τελικά να ρισκάρουν τα πάντα, προκειμένου να προστατέψουν την πόλη τους από μια τεράστια δασική πυρκαγιά. Με τους Τζος Μπρόλιν, Τζεφ Μπρίτζες, Τζένιφερ Κόνελι.

Στην έξυπνη δραματική κομεντί «Χειρότερα δεν γίνεται», ο Μπεν Στίλερ ερμηνεύει τον Μπραντ, έναν μεσήλικα σε τέλμα, ο οποίος συνοδεύει τον υποψήφιο πρωτοετή φοιτητή γιο του στη Βοστώνη, προκειμένου εκείνος να επιλέξει πανεπιστήμιο. Η παραμονή του εκεί θα του ξυπνήσει μνήμες και θα τον βοηθήσει να κάνει ένα (απαραίτητο) ταξίδι αυτογνωσίας και επανεκτίμησης της ζωής του, η οποία του μοιάζει σημαντικά διαφορετική με όσα ονειρευόταν νεότερος. O επιτυχημένος σεναριογράφος Μάικ Γουάιτ («School of Rock») σκηνοθετεί την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, σχολιάζοντας εύστοχα τα πρότυπα επιτυχίας των ενηλίκων του δυτικού κόσμου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ