ΘΕΑΤΡΟ

Αειθαλή εθνικά χαρακτηριστικά

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Σκηνή από την παράσταση «Αμάραντα» σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΟΥΡΛΕΤΗΣ (ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΤΕΣΙΣ/ ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΜΠΑΣΔΕΚΗ)
Αμάραντα
σκηνοθ.: Γ. Σκουρλέτης
θέατρο: Φάουστ

Η bijoux de Kant κατόρθωσε ακόμα μία φορά μέσα από την αισθητική, δραματουργική και ιδεολογική αρματωσιά του Γιάννη Σκουρλέτη να αιφνιδιάσει, να ταράξει, να συγκινήσει το κοινό με μια παράσταση λοξής επανα-θέασης των προσφιλών του θεμάτων.
Ιντριγκαδόρικος ο μονολεκτικός τίτλος της παράστασης. Απευθύνεται μόνο στα κίτρινα, μοβ, λευκά αγριολούλουδα που προτιμούν στα νεκροταφεία γιατί δεν θέλουν πότισμα; Λουλούδια της αντίφασης που αν και νεκρολούλουδα σε άλλους φέρνουν γούρι; Που ως αιθέρια έλαια επουλώνουν πληγές (σαν αυτές της Αντώνας) και αναπλάθουν το δέρμα; Που η δημοτική ποίηση επίσης τραγούδησε για τις αντιφατικές τους ιδιότητες; «...τα τρών’ τα’ λάφια κι αρρωστούν, τ’ αγρίμια και ημερεύουν...»; Ή συναναφέρεται στο επίθετο αμάραντος, άρα αθάνατος σαν την Ελλάδα που, αιωνίως αιμάσσουσα, ποτέ δεν πεθαίνει; Ετσι σκέτο το «αμάραντα» είναι μήπως όλα τα παραπάνω, μαζί και τα αμάραντα σύμβολα, ιερά, όσια, μα και τα αειθαλή εθνικά χαρακτηριστικά, που κάθε τόσο μας αφανίζουν;

Ενας τόσο αντιφατικός και περιεκτικός τίτλος δεν θα μπορούσε παρά να στεγάζει ταιριαστό περιεχόμενο, κτισμένο από τον Σκουρλέτη με έμπνευση, ποίηση και μαστοριά από ένα μονόπρακτο του Παύλου Μάτεσι, έξοχα συνακόλουθα κείμενα και μονολόγους της πιο απόκρημνης ποιήτριας που διαθέτουμε, Γλυκερίας Μπασδέκη, και άπειρα σημαίνοντα της παράστασης, δίχως λόγια. Οπωσδήποτε, απόλυτα ταιριαστός για την ιστορία ενός θιάσου με ζώντες και νεκρούς, τη νύχτα πριν από την τελευταία τους παράσταση, ίσως και πριν από ακόμα ένα κίνημα, που διαισθάνεται το ανήσυχο κοινό.

Ο Μέμος (Αλέκος Συσσοβίτης), θηριώδης, ομοφυλόφιλος μπουλουκτζής, θρηνεί τον από χρόνια παρτενέρ κι ερωτικό του σύντροφο Στάμο (Αλέξανδρος Παπαϊωάννου), που μόλις έχει κηδέψει, ακόμα κι αν τον βλέπουμε άκαμπτο σε πολυθρόνα, με φορεσιά Γενίτσαρου από Ναουσιώτικες Μπούλες (Κωνσταντίνος Σκουρλέτης) να παρακολουθεί και στο τέλος να κλείνει αμασκάρευτος, μ’ έναν αλλόκοσμο μονόλογο, την παράσταση. Ο Μέμος, σκουπίζοντας δάκρυα και μύξες με μέτρα από χαρτί τουαλέτας, βρίζοντας τον Στάμο που τον παράτησε στην τελευταία τους παράσταση, δέχεται κάθε τόσο την εισβολή της Μερόπης (Μαρία Σκουλά) στο δωμάτιο-παρασκήνιο όπου προσπαθεί να συγκεντρωθεί για να βγει πρώτη φορά μόνος στη σκηνή.

Η Μερόπη, πρώην καλλιτέχνις, πρώην σύζυγος του Στάμου, πρώην απατημένη και σκανδαλισμένη, αν και σκανδαλιστικών ηθών, μπαινοβγαίνει ασταμάτητα προκειμένου ν’ αρπάξει ό,τι μπορεί από τα πράγματα του Στάμου όπως και ν’ αποσπάσει ό,τι της είχε τάξει στο παρελθόν ο Μέμος για να του παραχωρήσει τον Στάμο.

Στο προσκήνιο ανοίγει την παράσταση η, πολλάκις δολοφονημένη, καλλιτέχνις Αντώνα. Την υποδύεται αυτοαναφορικά, με δωρική σπαραχτικότητα και κωμικοτραγική γλώσσα, η Μπέττυ Βακαλίδου (γεννημένη αγόρι, με κολασμένη ζωή, ώσπου αλλάζει χειρουργικά φύλο κι επιτέλους γίνεται μια γοητευτική, σκεπτόμενη και μαχόμενη γυναίκα, εταίρα, συγγραφέας και ηθοποιός με διεθνή καριέρα και μοναδική αξιοπρέπεια). Αφηγείται τους αλλεπάλληλους θανάτους της ως Αντώνα-Ελλάδα, πριν στο τέλος γυμνωθεί ενώπιόν μας –σώμα εγκλημάτων, θανάτων και αναστάσεων, σώμα-σκάνδαλο έμφυλης ανταρσίας κι αδιαφιλονίκητης ταυτότητας– για να κατακλιθεί λυτρωτικά πάνω στην κατακόκκινη μπατανία, στο ράντζο του καμαρινιού.

Πράγματι, όπως γράφτηκε, «μόνο σαν κωμωδία αντέχεται αυτό το βαθύ δράμα τσίρκου... που θα μπορούσε να είναι και θρηνητικός κομμός της αειπαρθένου Ελλάδος... όπου μια πείνα πέφτει σαν επιδημία στο στοιχειωμένο μπουλούκι φέρνοντας γέλια μέχρι δακρύων...» και μετά μουσικής (Κώστας Δαλακούρας).

Αυτή την πείνα εκπροσωπεί κυρίως η αρπαχτικότητα έκφρασης και σώματος της Σκουλά ως Μερόπης, έρποντος νευρόσπαστου που ακούει τον τρόμο του κοινού για επερχόμενο πραξικόπημα, έχοντας πάντα το χέρι ανάμεσα στους μηρούς, σαν να προστατεύει τη μοναδική πηγή βιοπορισμού που γνωρίζει.

Ο Συσσοβίτης συνέτεινε στην απογείωση του έργου πέρα από τα λαϊκά, βαλκανικά του όρια ώς το τροχόσπιτο του Αυστριακού Γκαριμπάλντι, διευθυντή τσίρκου ματαιωμένων παραστάσεων, από τη «Δύναμι της συνηθείας» του Τόμας Μπέρνχαρντ.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ