Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Φωνή αγωνίας από τη Χίο

Κύριε διευθυντά
Η Αυστρία είναι μια μεσόγεια χώρα με πληθυσμό και έκταση περίπου όσo και η Ελλάδα. Με την εκλογή του συντηρητικού Κουρτς οι Αυστριακοί επιθυμούν να διαφυλάξουν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους, ένα βασικό κεκτημένο για το οποίο εργάστηκαν και αγωνίστηκαν αρκετές γενιές πριν από τη σημερινή.

Στην Ελλάδα, μετά τόσα χρόνια αποτυχημένης πολιτικής αντιμετώπισης, το προσφυγικό/μεταναστευτικό θα έπρεπε να είχε αναδειχθεί στο σημαντικότερο ζήτημα στη χώρα μας. Η γειτονική Τουρκία μάς απειλεί καθημερινά. Τα νησιά μας αιμορραγούν από συνεχή τραύματα κακοδιαχείρισης, ευρωπαϊκής αδιαφορίας, οικονομικής και κοινωνικής ανεπάρκειας. Και όμως το θέμα αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν καθημερινότητα. Η Χίος υφίσταται καθημερινες «αφίξεις» Αφρικανών κυρίως προσφύγων, οι οποίοι πετούν με τις Τουρκικές Αερογραμμές από Μαρόκο και Τυνησία με εισιτήρια των 50 ευρώ – υποθέτω άλλη μια αντιευρωπαϊκή χειρονομία του σουλτάνου Ερντογάν.

Παραμένει η Ελλάδα, και ιδιαίτερα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, το μοναδικό «μαλακό υπογάστριο» της Ευρώπης.

Η ζωή μας στη Χίο αλλάζει καθημερινά προς το χειρότερο. Η φωνή μας, αν μπορούσε να ακουστεί διεθνώς, είναι μια φωνή απελπισίας και φόβου για το μέλλον.
Μιχαλης Μοσχος – Χίος

Μια παλιά ιστορία απάτης φοιτητών

Κύριε διευθυντά
Η πρόσφατη υπόθεση πώλησης διπλωματικής εργασίας σε 106 φοιτητές του Πανεπιστημίου Πατρών, που απασχόλησε αρκετά τα μέσα ενημέρωσης, μου έφερε στον νου μια ανάλογη υπόθεση στην οποία κινδύνευσα να βρεθώ μπλεγμένος πριν από αρκετές δεκαετίες και που αξίζει ίσως να σας εκθέσω εν συντομία.

Τελειώνοντας τις σπουδές μου το 1961 στη Σχολή Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων του ΕΜΠ, υπηρέτησα για λίγα χρόνια, αρχικά σαν άμισθος βοηθός και στη συνέχεια σαν έμμισθος επιμελητής, στην Εδρα Μηχανών Εσωτερικής Καύσεως που είχε τότε καθηγητή τον αείμνηστο Νίκο Δημόπουλο. Σε κάποια φάση τον βοηθούσα στη διδασκαλία ενός κύκλου μαθημάτων Μετάδοσης Θερμότητας που έκανε στο τρίτο έτος. Κυρίως έκανα στους σπουδαστές υπολογιστικές εφαρμογές και ετοίμαζα και θέματα για τα γραπτά διαγωνίσματα. Τα θέματα που βάζαμε ήταν συνήθως δύσκολα και προβλημάτιζαν τους σπουδαστές. Η διαδικασία ξεκινούσε με την επιλογή των ασκήσεων σε συνεργασία με τον καθηγητή. Οταν αυτός τα ενέκρινε, τα κλείδωνε στο γραφείο του και την ημέρα του διαγωνίσματος τα εκφωνούσε στους σπουδαστές στην αίθουσα της εξέτασης. Στο τέλος της εξέτασης παρελάμβανα τα γραπτά για να τα βαθμολογήσω.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, προχωρώντας στη βαθμολόγηση των γραπτών, διαπίστωσα ότι υπήρχαν κάποια τελείως όμοια μεταξύ τους, που είχαν μάλιστα έναν ιδιότυπο και όχι σωστό τρόπο επίλυσης, που κατέληγε στο ίδιο ακριβώς λανθασμένο αποτέλεσμα. Η πρώτη μου σκέψη πήγε στην αντιγραφή, φαινόμενο όχι σπάνιο. Για να εντοπίζουμε περιπτώσεις αντιγραφής, συνηθίζαμε οι επιτηρητές να καταγράφουμε τις θέσεις των σπουδαστών στο σχεδιαστήριο όπου γινόταν το διαγώνισμα. Οταν συγκέντρωσα όλα τα «επίμαχα» γραπτά, ήταν γύρω στα 15, που σημειωτέον είχα βαθμολογήσει κάτω από τη βάση, τα τσέκαρα με το διάγραμμα των θέσεων που είχα και διαπίστωσα ότι οι ύποπτοι είχαν μια χαρακτηριστική «διασπορά» σε όλο το σχεδιαστήριο. Ηταν φανερό ότι υπήρχε διαρροή των θεμάτων, πράγμα που θα μπορούσε να ενοχοποιήσει και μένα, αφού ήμουν ο μόνος που είχε γνώση των θεμάτων. Γι’ αυτό αμέσως ενημέρωσα τον καθηγητή που χωρίς δισταγμό μηδένισε όλα τα ύποπτα γραπτά και ζήτησε από τη Σύγκλητο του ΕΜΠ να γίνει Ενορκη Διοικητική Εξέταση. Η Σύγκλητος την ανέθεσε στον καθηγητή Μούσουλο, από τους πιο παλιούς και αξιόλογους καθηγητές του ΕΜΠ.

Κατέθεσα κι εγώ βέβαια από τους πρώτους, αλλά η ΕΔΕ κράτησε μερικά χρόνια και τελείωσε αρκετά αφού είχα τελειώσει τη θητεία μου σαν επιμελητής. Εμαθα αργότερα ότι θεωρήθηκαν ύποπτοι κάποιοι τελειόφοιτοι σπουδαστές της Σχολής, που συνήθιζε να χρησιμοποιεί ο καθηγητής σαν βοηθούς και είχαν πρόσβαση στο γραφείο του, δεν νομίζω όμως να δόθηκε δικαστική συνέχεια στην υπόθεση. Οσο για τους τριτοετείς που είχαν συμμετάσχει στην κομπίνα, θεωρήθηκε πως ήταν αρκετή τιμωρία τους το μηδενικό που είχαν πάρει στο διαγώνισμα. Από φήμες πάντως που είχαν κυκλοφορήσει, φαίνεται πως χειρότερη τιμωρία ήταν το ξενύχτι και η αγωνία που είχαν τραβήξει την παραμονή του διαγωνίσματος προσπαθώντας χωρίς επιτυχία να λύσουν την άσκηση και βέβαια τα χρήματα που πιθανόν είχαν πληρώσει στους οργανωτές της συνωμοσίας...

Αριστειδης Ρουμπανης, Κηφισιά

Σύνταγμα, νόμοι και Δικαιοσύνη

Κύριε διευθυντά
Στις 16 Σεπτεμβρίου η «Καθημερινή» δημοσίευσε επιστολή, πραγματεία ουσιαστικά, περί της αναγκαιότητας ή μη ιδρύσεως και λειτουργίας στη χώρα μας Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Ευάγγελου Ανδριανού, επίτιμου αρεοπαγίτη. Ο διακεκριμένος ανώτατος δικαστικός, εκτός της άρτιας νομικής παιδείας του, διαθέτει και μακρά δικαστηριακή εμπειρία, ώστε οι εκτιθέμενες απόψεις του στην επιστολή να αποτελέσουν πλούσιο ερέθισμα για ένα γόνιμο και δημιουργικό επιστημονικό διάλογο μεταξύ του νομικού και δικαστικού κόσμου πάνω στο θέμα του Συνταγματικού Δικαστηρίου στη χώρα μας. Αφού συμφωνήσω με τις εκτιθέμενες απόψεις, θα ήθελα να επισημάνω: 1. Σήμερα ο έλεγχος αντισυνταγματικότητας του νόμου, μη υπάρχοντος συνταγματικού δικαστηρίου, είναι «διάχυτος». Τούτο σημαίνει ότι ο Ελληνας δικαστής, από τον επαρχιακό ειρηνοδίκη, πταισματοδίκη, μέχρι τον πρόεδρο του Αρ. Πάγου και όλα τα ουσιαστικά δικαστήρια, έχουν το δικαίωμα και την αρμοδιότητα να ελέγχουν τη συνταγματικότητα του νόμου και αν τον κρίνουν αντισυνταγματικό να μην τον ακυρώσουν, αλλά να μην τον εφαρμόσουν. 2. Η ίδρυση και η λειτουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου στη χώρα μας θα οδηγήσουν σε αρνησιδικία την πολιτική και ποινική Δικαιοσύνη, γιατί οι ενστάσεις και αντιρρήσεις κατά της συνταγματικότητας του νόμου θα προβάλλονται έως αποφανθεί το Συνταγματικό Δικαστήριο, με αποτέλεσμα η χωλαίνουσα και ήδη βραδυπορούσα δικαιοσύνη μας να καταλήγει σε αρνησιδικία. 3. Είναι γεγονός ότι άλλο είναι το κύρος και το ειδικό βάρος μιας δικαστικής αποφάσεως του Συνταγματικού Δικαστηρίου, περί κηρύξεως ενός νόμου ως αντισυνταγματικού και άλλο μιας αποφάσεως ειρηνοδίκη, π.χ., ο οποίος παρεμπιπτόντως θα ασχοληθεί με την αντισυνταγματικότητα. 4. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνει αναδιάρθρωση ριζική των νομικών σχολών και ιδίως στην Εθνική Σχολή Δικαστών, όσον αφορά το συνταγματικό και το διοικητικό δίκαιο. Το συνταγματικό δίκαιο είναι το δίκαιο της δημοκρατίας, της εξουσίας και της πολιτικής ελευθερίας. Γοητευτικό και θεμελιωτικό δημοκρατικών και ελεύθερων πολιτευμάτων πρέπει να αγαπηθεί, να εμπεδωθεί ως στέρεα επιστημονική γνώση στον νομικό και στον δικαστή, ώστε με πλήρη επιστημονική επάρκεια να ανταποκρίνεται στα καθήκοντά του. Οταν φοιτούσα στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, το εργατικό δίκαιο ήταν προαιρετικό και υποχρεωτικό το εκκλησιαστικό δίκαιο! Το συνταγματικό και το διοικητικό σε... ανυποληψία και οι σελίδες τους... άκοπες από τους περισσότερους φοιτητές. Ο αείμνηστος Γεώργιος Μπάλης, ένας από τους μεγαλύτερους αστικολόγους καθηγητές  γράφει στις Γενικές Αρχές του Δικαίου: «Εάν το περιεχόμενον του νόμου αντιβαίνη εις συνταγματικάς ή άλλας συντακτικού χαρακτήρος διατάξεις, τα δικαστήρια υποχρεούνται διά την συγκεκριμένην εκάστοτε περίπτωσιν να μην εφαρμόσουν αυτόν. Ζήτημα γεννάται αν πρέπη να δεχθώμεν το αυτό και εις την περίπτωσιν, καθ’ ην ο δικαστής κρίνει ότι το περιεχόμενον του νόμου δεν αποτελεί ορθόν δίκαιον, αλλά προσκρούει εις το κοινόν περί δικαίου αίσθημα, ότι ο νόμος είναι άδικος ή άνισος ή προσκρούει εις τα χρηστά ήθη, ή εν γένει είναι “νόμος μη ορθός” και περιέχει jus iniquum. Λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι η νομοθετική ατασθαλία εις τους καθ’ ημάς χρόνους δεν είναι ασύνηθες φαινόμενον, το ζήτημα πρέπει να τύχη προσοχής».

Γιωργος Κ. Σταραντζης, Δικηγόρος στον Αρειο Πάγο και στο Συμβούλιο Επικρατείας

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ