Ξεχωρίζει σαν καστρόσπιτο, αλλά το νέο Μουσείο Παιχνιδιών του Μουσείου Μπενάκη, που σήμερα έως τις 6 το απόγευμα υποδέχεται το κοινό σε μια γιορτή πρώτης γνωριμίας (κανονική λειτουργία: από 26 Οκτωβρίου), είναι σαν μια οφθαλμαπάτη που επέστρεψε στην πραγματικότητα. Χρόνια το βλέπαμε στην παραλία του Παλαιού Φαλήρου και αδημονούσαμε να το δούμε να λειτουργεί ως μουσείο γεμάτο με παιχνίδια από τη μοναδική συλλογή της Μαρίας Αργυριάδη, μιας γυναίκας σπάνιας σε ευαισθησία, που σταδιακά συγκρότησε μια συλλογή παιχνιδιών, αστικών και λαϊκών, ελληνικών και ευρωπαϊκών, που στέκει διεθνώς ως μία από τις καλύτερες.

Όχι τυχαία, λοιπόν, αυτός ο θησαυρός, τον οποίο οφείλουμε στην προσωπικότητα της Μαρίας Αργυριάδη, συνάντησε το όραμα του Άγγελου Δεληβορριά, που πριν από πολλά χρόνια, και μετά τη δωρεά της συλλογής στο Μουσείο Μπενάκη, είχε φανταστεί τη ρομαντική, νεογοτθική οικία Κουλούρα ως στέγη ενός μουσείου, που έχει σοβαρές πιθανότητες να γίνει ένας από τους πιο αγαπημένους προορισμούς στην Αθήνα.

Σαν ένας τόπος απελευθερωμένης φαντασίας, αλλά και σαν κιβωτός μνήμης και ομορφιάς, η άλλοτε οικία Κουλούρα (που δωρήθηκε στο Μπενάκη το 1976) ξεκινάει το νέο ταξίδι της στον αθηναϊκό χρόνο. Ταυτόχρονα είναι ένας τόπος για την αφήγηση της παιδικής ηλικίας, για εκείνο το μοναδικό προνόμιο των παιδιών να ζουν τη φαντασία σαν να είναι πραγματικότητα. Και αυτό το μουσείο, αν και είναι αποτέλεσμα μιας άρτιας επιστημονικής δουλειάς, σε βάθος, για την οποία εργάστηκαν επί σειρά ετών πλήθος επιστημόνων και ειδικών, παραμένει μια «δημοκρατία» της ελεύθερης φαντασίας, ένα βασίλειο ομορφιάς και πλούτου.

 Στρατιώτες από επίπεδο μολύβι (flat), που αναπαριστούν μάχη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Γερμανία, γύρω στο 1890.

 

Αυτό το μουσείο έρχεται να μας πει πολλά πράγματα μαζί. Έρχεται να μας μιλήσει για την αγνή αφοσίωση συλλεκτών γεμάτων πάθος, όπως είναι η Μαρία Αργυριάδη, που ξέρει την υπόθεση «παιχνίδι» όσο λίγοι. Έρχεται να μας μιλήσει για το μεγάλο όραμα του Μουσείου Μπενάκη και τη διαρκή ευεργεσία του προς την ελληνική κοινωνία. Έρχεται να μας μιλήσει για τις ξεχωριστές συλλογές του, όπως αυτή τώρα των παιχνιδιών, όπως της ισλαμικής τέχνης στον Κεραμεικό, όπως της γενιάς του ’30 στην Πινακοθήκη Γκίκα, για τις πολλές «μοναδικότητες» που έχει κατακτήσει αυτός ο αθηναϊκός θεσμός που λέγεται Μουσείο Μπενάκη. Έρχεται να μας μιλήσει για το υψηλό επίπεδο συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών ειδικοτήτων, όλων απαραίτητων για τη συγκρότηση ενός μουσείου αυτού του επιπέδου, και πρέπει να σταθεί κανείς στον μουσειογράφο Σταμάτη Ζάννο και στη συνεργάτιδά του Αλεξάνδρα Νικηφορίδου, που διαμόρφωσαν το παραμυθένιο σπίτι με τις πολεμίστρες σε ένα μουσείο-πρότυπο. Όπως πρέπει να σταθεί κανείς και στον αρχιτέκτονα Γιάννη Κίζη και στους συνεργάτες του, που μελέτησαν την αποκατάσταση αυτής της έπαυλης της μπελ επόκ.

Κούκλα Character Ιταλία, Τορίνο, γύρω στο 1930. Της Elena Scavini – εμπορική ονομασία Lenci.

 

Και σαφώς δεν μπορεί κανείς να μη μιλήσει για τον ίδιο τον περίγυρο που έρχεται να αγκαλιάσει το Μουσείο Παιχνιδιών, την αστική και πρώην εξοχική ενδοχώρα του Παλαιού Φαλήρου, ένα κοίτασμα με τεράστιο απόθεμα μνήμης και ενεργών ιστοριών. Μέσα από όλα αυτά τα επιμέρους αλλά τόσο καίρια και σημαντικά, και σαφώς μέσα από ιστορίες, αγώνες και πρόσωπα που θα μείνουν αναγκαστικά στο ημίφως της δημόσιας ιστορίας, ήρθε να γεννηθεί το νέο παράρτημα του Μουσείου Μπενάκη.

Καλώς όρισες, Μουσείο Παιχνιδιών, στη ζωή της Αθήνας. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ