Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Τι μου έμαθε η Λιλή;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΑΚΗΣ

Ανησύχησα. Επτά το πρωί δεν συνηθίζει να χτυπάει το τηλέφωνο. Τα κορίτσια τα παίρνω εγώ για καλημέρα, αλλά λίγο αργότερα. Ήταν η μεγάλη μου κόρη. Έκλαιγε με αναφιλητά.

«Μπαμπά, πέθανε η Λιλή... Τη βρήκα το πρωί πεθαμένη στο κλουβάκι της».

Η Λιλή ήταν το κουνελάκι της.

Λυγμοί...

Κενό, εγώ:

«Βρε Αύρα, πόσα χρόνια την έχουμε τη Λιλή;»

«Όχι πολλά, μπαμπά, πέντε ή έξι».

«Βρε Αύρα... Τόσο ζουν τα κουνελάκια», είπα στην τύχη.

Λυγμοί ξανά.

Συνέχισα απτόητος: «Από τη στιγμή που θα γεννηθούμε, μωρό μου, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα πεθάνουμε. Όλα τελειώνουν για να ξαναρχίσουν. Και όλα αρχίζουν για να τελειώσουν. Η Λιλή στα έξι της χρόνια έζησε τουλάχιστον για 100 ανθρώπινα. Έκανε παιδάκια, έζησε ευτυχισμένη, αγάπησε και αγαπήθηκε. Λίγοι άνθρωποι έχουν περάσει τόσο όμορφα όσο η Λιλή, μωρό μου».

Ησυχία από την άλλη γραμμή.

«Όλοι μας θα φύγουμε, αγάπη μου. Η Λιλή έζησε 100 χρόνια. Εσύ πόσο σκοπεύεις να ζήσεις; Διακόσια; Τριακόσια;»

Υποψία χαμόγελου.

Αυτό πιστεύω: τα παιδιά πρέπει να τη ζουν από μικρά τη ζωή. Όχι να τη χαϊδεύουν. Πήρα την τσάπα του πατέρα μου, τη Λιλή στο κουτάκι της και τα κορίτσια από το σχολείο. «Θέλετε να τη θάψουμε μαζί;» Η μικρή απάντησε κατευθείαν. Η μεγάλη ξεροκατάπιε και τελικά κούνησε το κεφάλι της. Πήγαμε στο αγαπημένο μας λοφάκι στη Βουλιαγμένη. Εκεί όπου όλη η θάλασσα γίνεται χρυσάφι το απόγευμα.

Δυσκολευτήκαμε να βρούμε χώμα. Έσκαψα μια λακκούβα. Έβγαλα τη Λιλή προσεκτικά από το κουτάκι. Ήταν τυλιγμένη με ένα ρυζόχαρτο. Σαν νυφούλα. Την πήρα αγκαλιά για να τη βάλω στον λάκκο. Η μεγάλη δεν μου άφησε περιθώρια. Μου την πήρε από τα χέρια, όπως η μάνα το παιδί. Της έβγαλε προσεκτικά το ρυζόχαρτο. Την έφερε κοντά στο προσωπάκι της. Της έδωσε ένα τελευταίο φιλί. Την ακούμπησε μαλακά στον λάκκο και της έβαλε λίγο μαρουλάκι πλάι, για να μην πεινάσει. «Κλείσε τα ματάκια σου, Λιλή μου», της είπε... Τη σκέπασε με το ρυζόχαρτο, σαν να τη σκέπαζε στο κρεβατάκι της. Μετά της έβαλαν λίγα κυκλάμινα δίπλα και τη σκεπάσαμε. Βάλαμε δύο μεγάλες πέτρες για να θυμόμαστε πού κοιμάται το αγαπημένο μας κουνελάκι.

Μετά πήγαμε για παγωτό.

«Όλα είναι μέσα στη ζωή, βρε παιδιά. Ένα είναι όλα. Εμείς οι άνθρωποι μόνο τα ξεχωρίζουμε σε “καλά” και “κακά”. Βροχή και λιακάδα είναι ένα. Ζωή και θάνατος ένα. Αγάπη και φόβος ένα. Θάλασσα και βουνό ένα. Μπουνάτσα και φουρτούνα ένα. Μετά τη λιακάδα έρχεται το μπουρίνι. Μετά το καλοκαίρι ο χειμώνας. Μετά το καλό έρχεται το κακό. Παλιά μου άρεσαν τα μισά. Τώρα πια μου αρέσουν όλα», είπα, μήπως και χρυσώσω το χάπι.

Δεν περίμενα απάντηση.

Ήρθε από τη μικρή:

«Δηλαδή τώρα, βρε μπαμπά, σου αρέσει αυτό που δεν σου αρέσει;»       ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ