Έχει νυχτώσει στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και στον θάλαμο επικρατεί σιωπή. Η σιωπή που ακολουθεί την είδηση του θανάτου. Οι κρατούμενοι μόλις έχουν πληροφορηθεί ότι τις πρώτες πρωινές ώρες θα οδηγηθούν προς εκτέλεση στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Αντίποινα για τη θανάσιμη ενέδρα εις βάρος τεσσάρων Γερμανών λίγες μέρες νωρίτερα, στους Μολάους. Για να αντέξουν μια τέτοια νύχτα, οι μελλοθάνατοι δεν μένουν για πολύ σιωπηλοί, σηκώνουν τα κρεβάτια τους όρθια στους τοίχους, κάνουν χώρο μέσα στον θάλαμο και στήνουν το τελευταίο γλέντι της ζωής τους, χορεύουν και τραγουδούν με την ψυχή τους, οι φωνές τους κρύβουν τα δάκρυα, η αγάπη τους για τη ζωή ξεχειλίζει. Το πρώτο φως της μέρας τους βρίσκει έτοιμους. Ντυμένους, χτενισμένους, ξυρισμένους. Περήφανους.  

Πόσο κρατάει η παραπάνω σκηνή; Λίγα λεπτά; Έμοιαζε ατέλειωτη. Είναι από εκείνες τις σκηνές που δεν σ’ αφήνουν να ηρεμήσεις, από εκείνες τις σκηνές που δεν μπορείς να ξεχάσεις. Από τις πιο έντονες που έχουμε δει στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά. 

Το «Τελευταίο σημείωμα» είναι η νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη, σε σενάριο της συζύγου του, Ιωάννας Καρυστιάνη: μια ιστορία από την Κατοχή με ήρωα τον Κρητικό αγωνιστή Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που πέρασε την τελευταία νύχτα της ζωής του σε εκείνο τον θάλαμο του Χαϊδαρίου. Λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα της ταινίας συνάντησα τον 77χρονο σκηνοθέτη στο σπίτι του – την προηγούμενη φορά που τον είχα συναντήσει ήταν στην Άνδρο, στα γυρίσματα της «Μικράς Αγγλίας», όταν σε ένα διάλειμμα και ενώ το νησί είχε γίνει άνω-κάτω ώστε να διαμορφωθεί καταλλήλως για τις ανάγκες της ταινίας, ο σκηνοθέτης, κάπως εξαντλημένος από το απαιτητικό του εγχείρημα, μου είχε πει ότι «η επόμενη ταινία μου θα είναι σε ένα διαμέρισμα με τέσσερις ηθοποιούς». Του το θύμισα. Χαμογέλασε σαν να το θυμόταν κι αυτός. Όχι τη συγκεκριμένη συνομιλία μας, αλλά την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό του. «Είναι έρωτας αυτή η δουλειά», μου λέει. «Εκεί που νομίζεις ότι έχεις χορτάσει, έρχονται νέα πράγματα στο μυαλό σου».

Το «Τελευταίο σημείωμα» είναι αποτέλεσμα πολυετούς μελέτης της ιστορίας και συγκεκριμένα της περιόδου της Κατοχής, με τον κ. Βούλγαρη να συλλέγει περιστατικά, ονόματα και κάθε λογής μικρές λεπτομέρειες. Το γραφείο του είναι γεμάτο χαρτιά, σημειώσεις, στοίβες βιβλίων με τσακισμένες σελίδες. 

«Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που δεν είχε βιβλία και με τον πρώτο μου μισθό από τη Φίνος Φιλμς, στα 25 μου, τότε που δούλευα δεύτερος βοηθός, άρχισα να αγοράζω βιβλία», μου λέει. «Ένα από εκείνα τα βιβλία ήταν μια έκδοση του 1933 με κρητικές μαντινάδες, αγορασμένο από το υπόγειο βιβλιοπωλείο του Νασιώτη στο Μοναστηράκι – ο Νασιώτης τα καλά του τα βιβλία, βέβαια, τα φύλαγε σε ένα νεοκλασικό στην Ερμού και καμιά φορά με άφηνε να πηγαίνω να ψάξω εκεί και με κλείδωνε μέσα, μη φύγω με κανένα βιβλίο. “Πόση ώρα χρειάζεσαι;” με ρωτούσε, “Δύο ώρες; Θα ’ρθω να σε ξεκλειδώσω σε δύο ώρες”. Τέλος πάντων, το βιβλίο εκείνο με τις κρητικές μαντινάδες το είχε γράψει η Μαρία Λιουδάκη, αδελφή της Χαράς Λιουδάκη, που ήταν ο μεγάλος έρωτας του Σουκατζίδη. Έχει μάλιστα και μια αφιέρωση για το 16χρονο αγοράκι, τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που βρήκε τις καλύτερες μαντινάδες του βιβλίου. Είχα ξαφνιαστεί τότε που ένα παιδί 16 χρονών είχε μεράκι να μαζεύει μαντινάδες».

Πολιτικός κρατούμενος από το ’36, ο Σουκατζίδης βρέθηκε στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και, καθώς ήταν γερμανομαθής, ανέλαβε χρέη διερμηνέα του λοχαγού Καρλ Φίσερ – ο Ανδρέας Κωνσταντίνου που υποδύεται εξαιρετικά τον Σουκατζίδη μιλάει Γερμανικά και έτσι ήταν ρεαλιστικές οι σκηνές του με τον γνωστό Γερμανό ηθοποιό Αντρέ Χένικε, που υποδύεται τον Φίσερ. Οι δύο άνδρες αναπτύσσουν μια ιδιότυπη σχέση, με τον αξιωματικό των Ες Ες να εκτιμά τις γνώσεις και ίσως ακόμα και να θαυμάζει τον χαρακτήρα του διερμηνέα του. Λίγες στιγμές πριν από την εκτέλεση, ο Φίσερ προσφέρεται να τον σώσει και να εκτελέσει κάποιον άλλο στη θέση του. «Αυτό που μου προτείνεις είναι ατιμωτικό», του απαντά ο Σουκατζίδης επιλέγοντας να πεθάνει, ένας από τους 200 που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή. 

ΖΩΝΤΑΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

«Είμαι περήφανος που λέω μια ιστορία για την Αντίσταση», λέει με κάποια συγκίνηση ο κ. Βούλγαρης. «Στην Αθήνα ένα μεγάλο μέρος της αστικής τάξης αντιστάθηκε και αυτές οι ιστορίες δεν είναι τόσο γνωστές». Μου λέει για την περίπτωση του Μινωτή, για τον Σκαλκώτα που πέρασε κι αυτός από το Χαϊδάρι, για τη Λέλα Καραγιάννη που έγινε θρύλος όταν χαστούκισε έναν Γερμανό αξιωματικό, για την εκτέλεση του 14χρονου Ανδρέα Λυκουρίνου, που σηκώθηκε στις μύτες για να φτάνει στο ύψος των υπολοίπων. «Έκανα μάθημα σε μια σχολή πριν από λίγα χρόνια και ρώτησα τα παιδιά τι σινεμά θέλουν να κάνουν και οι περισσότεροι μου μίλησαν για ταινίες φαντασίας. Εγώ τους είπα τότε ότι θέλω να γυρίσω μια ταινία για τον Ανδρέα Λυκουρίνο (σ.σ.: ένας χαρακτήρας της ταινίας παραπέμπει σε αυτόν). Δεν τον είχαν ξανακούσει. Όταν τους είπα την ιστορία του, μαρμάρωσαν. Μετά ήθελαν να μάθουν τα πάντα γι’ αυτόν. Τα παιδιά γενικώς θέλουν να μάθουν αυτές τις ιστορίες και όποτε μας καλούν από σχολεία σε όλη την Ελλάδα, προσπαθούμε πάντα με την Ιωάννα να πηγαίνουμε».

Τα γυρίσματα έγιναν στην Κρήτη, με 2.500 ανθρώπους να εκδηλώνουν ενδιαφέρον να συμμετάσχουν. «Αφού εξαντλήσαμε την πιθανότητα να βρούμε κάποιον κατάλληλο χώρο στην Αθήνα, σκέφτηκα το φρούριο Ιτζεδίν στα Χανιά, που το είχε χρησιμοποιήσει ο Αγγελόπουλος στις “Μέρες του ’36” και είχα γυρίσει κι εγώ μια σκηνή στα “Πέτρινα χρόνια”. Ανήκε στο Ναυτικό τότε και είχαμε δουλέψει μόνο στην αυλή. Τώρα θέλαμε να πάρουμε την άδεια για να κάνουμε τα γυρίσματα μέσα, αλλά δεν ήξερε κανένας σε ποιον ανήκει πια. Στον δήμο; Στην περιφέρεια; Στο υπουργείο Πολιτισμού; Πέρασαν έξι μήνες για να βρούμε ποιος έχει το κλειδί και τελικά, όταν μπήκαμε μέσα, βρήκαμε μια διαλυμένη κατάσταση. Δεν υπήρχε τίποτα, ούτε νερό ούτε ρεύμα. Μόνο φωλιές από περιστέρια και σπασμένα τζάμια. Τρεις μήνες κράτησε η προετοιμασία του χώρου και οκτώ εβδομάδες τα γυρίσματα».

Για μια ελληνική παραγωγή αποτελεί μεγάλη πρόκληση μια ταινία για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Στα βεστιάρια βρήκαμε μόνο πέντε γερμανικές στολές, κι αυτές όχι σε καλή κατάσταση. Αναγκαστήκαμε να φέρουμε από τη Γερμανία». Μετά προέκυψε ότι ήταν αδύνατο να βρουν κάπου ένα γερμανικό καμιόνι που ήταν απαραίτητο για την ταινία και ήταν έτοιμοι να αλλάξουν το σενάριο. Τότε ένας από τους ντόπιους που συμμετείχαν στην ταινία τούς είπε να πάνε μαζί του μέχρι ένα γειτονικό χωριό. Εκεί βρισκόταν παρατημένο ένα γερμανικό καμιόνι. Το επισκευάσανε και δούλεψε.

Σε όλη μας τη συζήτηση αναφέρεται στους συνεργάτες του και επαινεί την ποιότητα της δουλειάς τους. «Μπορεί η ταινία να είναι του σκηνοθέτη, αλλά πρέπει να εμπιστεύεσαι ανθρώπους και να ξέρεις να διακρίνεις στα μάτια τους αν αυτό που γίνεται είναι σωστό ή όχι», λέει. Εν προκειμένω, η ταινία φέρει την υπογραφή ολόκληρης της οικογένειάς του. Εκτός από την κ. Καρυστιάνη που υπέγραψε το σενάριο, η κόρη τους Κωνσταντίνα ασχολήθηκε με το casting και ο γιος τους Αλέξανδρος (The Boy) έγραψε τη μουσική, η οποία σε κάποιες στιγμές δίνει τη χαριστική βολή στον θεατή που προσπαθεί να κρατήσει τα δάκρυά του. 

Η Ελληνοαμερικανίδα Μελία Κράιλινγκ στον ρόλο της Χαράς Λιουδάκη, αρραβωνιαστικιάς του Σουκατζίδη. 

 

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΒΟΛΗ

«Έχω ζήσει και την επιτυχία και την αποτυχία στις ταινίες μου και πάντα αυτό που περιμένω με αγωνία είναι να δω πώς θα φαίνεται στη σκοτεινή αίθουσα. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορείς να το ξέρεις». Την ίδια αγωνία έχει και τώρα. «Θυμάμαι όταν είχαν βγει τα “Πέτρινα χρόνια” είχαμε κατέβει στο κέντρο με την Ιωάννα να δούμε τι γίνεται στους κινηματογράφους. Οι αιθουσάρχες ήταν μουδιασμένοι. Την Παρασκευή η ταινία είχε κόψει 8.000 εισιτήρια, το Σάββατο 8.200. Από στόμα σε στόμα όμως κάπως ακούστηκε η ταινία και την Κυριακή ξαφνικά έκοψε 30.000. Και ξέρεις, εμείς δουλεύουμε γι’ αυτές τις πρώτες ημέρες, αυτές καθορίζουν το μέλλον της ταινίας. Αν δεν πάει καλά, ο αιθουσάρχης τη Δευτέρα ζητάει άλλη». Θεωρεί ότι μια ταινία μπορεί σε βάθος χρόνου να τον βρει τον δρόμο της, αλλά ανησυχεί γιατί, αν δεν κόψει εισιτήρια, οικονομικά θα έχει αποτύχει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Όλα είναι δρόμος». «Δεν είχε πάει πολύ καλά στις αίθουσες, αλλά σήμερα η νεολαία από αυτή την ταινία με ξέρει, ειδικά από το τελευταίο μέρος με τον Αρμένη. Μου λένε μάλιστα ότι είχα προβλέψει την κρίση κι εγώ τους απαντάω πως όχι, δεν είχα προβλέψει τίποτα, τους εξηγώ ότι από έρωτα το γκρεμίζει το μαγαζί ο Αρμένης».

Μιλώντας για εισιτήρια: ο κ. Βούλγαρης λέει πόσο τον μαραζώνει να βλέπει άδειες αίθουσες όταν προβάλλονται ελληνικές ταινίες, ειδικά των νεότερων σκηνοθετών. «Δεν ξέρω τι φταίει, αλλά σίγουρα, αν μια ταινία παίζει σε όλη την Αθήνα μόνο σε έναν ή δύο κινηματογράφους, δεν μπορεί να αναπνεύσει. Και στενοχωριέμαι γιατί βγαίνουν καλές ταινίες, το επίπεδο είναι υψηλό και ξέρω πόση δουλειά έχει γίνει». Θεωρεί όμως ότι, τουλάχιστον, η νέα γενιά που ασχολείται με τον κινηματογράφο έχει σύμμαχο την τεχνολογία. «Μπορούν να γυρίσουν μια ταινία ακόμα και με μια μικρή κάμερα, να κάνουν μοντάζ στο σπίτι, να δείξουν πιο εύκολα τη δουλειά τους και να μπουν στο παραμύθι του σινεμά. Εγώ, για να γυρίσω τον “Τζίμη τον Τίγρη” (σ.σ. μικρού μήκους ταινία του, 1966), πήρα κάτι ρετάλια από τον Φίνο ελπίζοντας να μου φτάσουν». Για τους σκηνοθέτες της γενιάς του πάντως δηλώνει περήφανος. «Πιάσαμε θέματα που πιο πριν, λόγω δικτατορίας, απαγορεύονταν και κάπως προσπαθήσαμε να καταγράψουμε από την αρχή τι είναι ο τόπος μας». 

Τι είναι ο τόπος μας; Η τελευταία λέξη του Σουκατζίδη είναι «πατρίδα». Το «Τελευταίο σημείωμα» είναι άλλη μια προσπάθεια του Παντελή Βούλγαρη να καταγράψει τι είναι αυτός ο τόπος. Ποιοι έχουν ζήσει εδώ, τι έχουν περάσει, τι έχουν αφήσει. Δεν πρόκειται όμως για μάθημα ιστορίας. Αν και είναι ιστορικά ακριβής και προσεγμένη στη λεπτομέρεια, η ταινία ξεχειλίζει από συναίσθημα. Τους 200 νεκρούς εκείνης της ημέρας ο σκηνοθέτης τούς αντιμετωπίζει με ευαισθησία, σαν το ζήτημα να είναι γι’ αυτόν προσωπικό, σαν να το νιώθει ευθύνη του να ζωντανέψει τη μνήμη τους. Δεν πρόκειται για μάθημα ιστορίας, αλλά καμιά φορά το σινεμά, αυτό το σινεμά, το υψηλού επιπέδου σινεμά, μπορεί και μεταφέρει τους μύθους από τη μια γενιά στην άλλη όπως το αξίζουν.      ■

Το «Τελευταίο σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη κάνει πρεμιέρα στις αίθουσες στις 26 Οκτωβρίου, σε διανομή Tanweer. 
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ