ΠΟΛΗ

Καλύμνου και Πιπίνου, σιωπηλές ιστορίες σε κίτρινο φως

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Καλύμνου και Πιπίνου (κάτω από την 3ης Σεπτεμβρίου). Πολυκατοικία του 1948.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​Υπάρχουν εκείνες οι αθηναϊκές πολυκατοικίες της «ενδιάμεσης» εποχής, όπως τις αποκαλώ, και που όταν τις συναντώ σε δρόμους και δρομάκια, τις χαιρετώ βουβά. Μία από αυτές ήταν η γωνιακή, Καλύμνου και Πιπίνου, κάτω από την 3ης Σεπτεμβρίου, που τη συνάντησα γιατί είχα διαβάσει γι’ αυτήν σε μια παλιά αναγγελία του Λαχείου Συντακτών. Είναι μια ολόκληρη μυθολογία, οι κληρώσεις των διαμερισμάτων εκείνη την εποχή μετά τον πόλεμο, μια πρακτική που κράτησε έως και τη δεκαετία του ’60. Αλλά οι πολυκατοικίες της ενδιάμεσης εποχής, είναι σαν αυτή που είχα μπροστά μου, στη γωνία της αστικής, άλλοτε, Πιπίνου, με την πιο άσημη αλλά πάντα ατμοσφαιρική οδό Καλύμνου. Απέναντι, έβλεπα τον τυφλό τοίχο του παλιού σινεμά «Αλμα», κλειστοφοβικού, πλέον, σαν μπούνκερ, ένα όστρακο μνήμης. Βοηθούσε το κίτρινο του δημόσιου φωτισμού που παραδόξως έβαφε κυριολεκτικά τους τοίχους με ένα χρώμα που είχε περισσότερη θερμότητα από όση μπορούσε να κρατήσει η νύχτα, και έτσι εκείνο το σχεδόν κροκί, βαθύ και πυκνό, που ξεχυνόταν στους δρόμους, πίστευα ότι θα εισχωρούσε από τα ρολά μέσα στα διαμερίσματα αυτής της γωνιακής πολυκατοικίας του 1948.

Εκείνα τα «ενδιάμεσα» χρόνια, που άρχισαν πριν καλά καλά τελειώσει ο Εμφύλιος και τελείωσαν με τη νέα περίοδο της οικονομίας το 1953, χτίστηκαν αρκετές πολυκατοικίες με μια ορισμένη αμηχανία μορφής. Οχι όλες, αλλά αρκετές, αν όχι οι περισσότερες κρατούσαν τη μνήμη της προπολεμικής πολυκατοικίας, καθώς όσοι άρχιζαν και πάλι να χτίζουν μετά τον πόλεμο επιχείρησαν να πιάσουν το νήμα από εκεί που το είχαν αφήσει. Αλλά τώρα, τα υλικά ήταν φτωχότερα και οι επενδυτές λιγότεροι. Κάτι καινούργιο πήγαινε να γεννηθεί που όμως ακόμη δεν είχε φόρμα, δεν είχε κανόνα. Αυτό το κλίμα, το ενδιάμεσο, μου θύμισε και αυτή η –κατά τα άλλα ασήμαντη για τους πολλούς– πολυκατοικία, γωνία Καλύμνου και Πιπίνου, βαμμένη στο φως του δημόσιου φωτισμού, εσωστρεφής και περίκλειστη.

Η διαφήμιση για το Λαχείον Συντακτών του 1948, με οδηγούσε στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως αυτής της συμπαγούς, εν μέρει αμήχανης, αλλά με τον χρόνο μελωμένης πολυκατοικίας, σε σημείο που να παρατηρώ τις αναλογίες της και τη στεγασμένη είσοδο επί της Καλύμνου. Διαφημιζόταν ότι είχε εννέα διαμερίσματα και ανελκυστήρα και χωρίς αμφιβολία, η νεόδμητη τότε, και η ηλικίας 69 ετών σήμερα, πολυκατοικία είχε ως προσόν μια πολύ καλή διεύθυνση.

Στάθηκα για λίγο να την παρατηρώ γιατί μου έκανε εντύπωση η ερημιά στον δρόμο, αν και ήταν νωρίς το βράδυ. Ενα δύο παράθυρα ήταν ελαφρώς κυρτωμένα και από ένα τρίτο, ανέμιζε ένα σεντόνι σε ένα περιβάλλον απόλυτης σιωπής. Υστερα από λίγο, μια σκιά γλιστρούσε στον δρόμο. Ενας άντρας, μάλλον νέος, μια σκιά που την κατάπινε η άβυσσος ενός άσημου δρόμου, στην πίσω προθήκη μιας άλλοτε φωτεινής Αθήνας. Ενιωσα σαν καρέ ενός γκράφικ νόβελ, ένας αθέατος παρατηρητής μιας πόλης με κίτρινους τοίχους και σιωπηλές ιστορίες.

Υπήρχε έντονο το χρώμα της μελαγχολίας, που έβαφε τα πάντα. Και σκέφτηκα τα διαμερίσματα που κάποτε προσφέρονταν ως έπαθλο σε τυχερούς, σπίτια μιας Αθήνας που μισάνοιγε τα μάτια της στον κόσμο, και που σήμερα είναι απομεινάρια μιας πόλης χωρίς αντιστοίχιση. Αυτές οι πολυκατοικίες της «ενδιάμεσης» εποχής, μου θύμιζαν εκείνους τους «παλιούς», πλέον Ελληνες, μιας άλλης κοπής, που έβγαιναν στον πραγματικό κόσμο, με πίστη για ένα αύριο που δεν είχαν καν υποψιαστεί. Πάλιωσαν τα διαμερίσματα που ήταν συνοικιακά έπαθλα μετ’ ανελκυστήρος και με όλα τα κομφόρ, και φυλλορρόησαν και εκείνοι οι Ελληνες που τα ονειρεύτηκαν και που ήρθαν να γεμίσουν τις γειτονιές με δουλειά και με νέες ιστορίες. Η Καλύμνου έβρισκε την Πιπίνου με μία θλιμμένη ακινησία. Ημουν ακριβώς εκεί και το ένιωθα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη