ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Μια «ποιητικά πολιτική» Μπιενάλε

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Το συγκλονιστικό αγοράκι στο βίντεο του Ερκάν Οζγκέν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υπάρχει μια ερώτηση την οποία η Μπίγκε Ορερ, η εκτελεστική διευθύντρια της Μπιενάλε Κωνσταντινούπολης, έχει δεχθεί εκατοντάδες φορές τον τελευταίο καιρό, κυρίως από ξένους δημοσιογράφους: «Γιατί η φετινή διοργάνωση, που εγκαινιάστηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου, δεν συμπεριλαμβάνει έργα που να επιτίθενται στον Ερντογάν και το κατεστημένο του;». Καμιά σαρανταριά ετών, η Ορερ, ευφυής και συμπαθής, κάθεται απέναντί μου στο Yeni Lokanta, μια κομψή μπρασερί νεοοθωμανικής κουζίνας κοντά στο τέρμα της Ιστικλάλ. Συναντηθήκαμε για γρήγορο μεσημεριανό, το περασμένο Σαββατοκύριακο, προτού αρχίσω την περιήγησή μου στους χώρους όπου φιλοξενούνται τα έργα. Η Τουρκάλα διευθύντρια εργάζεται από τις αρχές του 2000 στον θεσμό αυτόν και έχει ζήσει από κοντά πολλές από τις περιπέτειές του. Δεν ήταν και λίγες. Ούτε μικρές.

Ιδού το σύντομο ιστορικό: Η έκθεση ξεκίνησε το 1987, από τη μεγάλη κυρία της τουρκικής contemporary, την Μπεράλ Μαντρά, ελάχιστα μόλις χρόνια μετά το πραξικόπημα (όταν η Ελλάδα δεν είχε καν όραμα για μουσείο σύγχρονης τέχνης). Κοιτάζοντας πίσω, η ίδρυσή της ήταν μια παράτολμη κίνηση σε μια χώρα όπου δοκιμαζόταν η δημοκρατία. Μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια που μεσολάβησαν, σε πείσμα των συχνά αντίξοων πολιτικών συνθηκών, η Μπιενάλε κέρδισε τον διεθνή σεβασμό με τη συνεργασία σπουδαίων επιμελητών (Χου Χανρού, Τσαρλς Εσε, Ρόζα Μαρτίνες κ.ά.), διάσημων εικαστικών και με την αξιοποίηση απρόσμενων χώρων μέσα στον αστικό ιστό.

Ενίοτε ενσωμάτωσε φωνές αντίστασης, όπως το 2013, όταν είχε αρχίσει η εξέγερση του Γκετζί και οι Τούρκοι καλλιτέχνες διαμαρτύρονταν για τις χορηγίες που της έδιναν οι κατασκευαστικές εταιρείες. Το 2015, πάλι, υπήρχαν σαφείς αναφορές στην έκθεση για τις μειονότητες (Ρωμιοί, Αρμένιοι) που συγκροτούσαν κάποτε την πολυφυλετική ορμή της Πόλης, αλλά μετά οι κοινότητές τους απισχνάνθηκαν. Κάπως έτσι, η διοργάνωση έγινε ένα σταθερό σημείο αναφοράς αλλά και στερεοτυπικής αντιμετώπισης. Ο,τι και να συνέβαινε στην Τουρκία, η Μπιενάλε όφειλε να είναι το βήμα της ελεύθερης, επιθετικής αντιπολίτευσης. Εφέτος, η έκθεση έχει τίτλο «Ενας καλός γείτονας» και καταπιάνεται με την έννοια της ανοχής προς το διαφορετικό, την έννοια της οικίας και των ορίων. Σε μια χώρα όπως η Τουρκία, που ταλανίζεται από έντονη πολιτική κρίση, η θεματική αυτή που επέλεξε το επιμελητικό δίδυμο από τη Σκανδιναβία, οι εικαστικοί Μάικλ Ελμγκριν και Ινγκαρ Ντάγκσετ, μοιάζει να κινείται μακριά από τα προφανή προβλήματα της ελευθερίας λόγου, των δημοκρατικών δικαιωμάτων, της καλλιτεχνικής έκφρασης. Ή μήπως όχι;

Στην πρώτη παρουσίαση του σκεπτικού της έκθεσης τον περασμένο Ιανουάριο, οι επιμελητές έθεταν απανωτές ερωτήσεις που ορίζουν το προφίλ του καλού γείτονα. «Είναι καλός γείτονας κάποιος που δεν αγαπά τα ζώα; Είναι καλός γείτονας αυτός που διαβάζει την ίδια εφημερίδα με εσένα; Είναι καλός γείτονας κάποιος που προέρχεται από άλλη χώρα; Είναι καλός γείτονας μια κοπέλα που συζεί με την αγαπημένη της; Είναι καλός γείτονας κάποιος που δεν έχει ποτέ καλεσμένους; Είναι ένας άστεγος καλός γείτονας;». Οι απαντήσεις, δοσμένες από τους καλλιτέχνες και τα έργα τους, δίνουν ένα συνολικό σκαρίφημα για το τι μπορεί και είναι διατεθειμένος να ανεχθεί κάποιος στο μικροσύστημά του.

Την ώρα που αναρωτιόμουν αν έπρεπε να θέσω τα ίδια κλισέ στην εκτελεστική διευθύντρια με πρόλαβε εκείνη: «Λένε κάποιοι πως η έκθεση δεν σχολιάζει τα τεκταινόμενα. Η συντριπτική πλειονότητα των έργων έχει να κάνει με προσωπικές ιστορίες καλλιτεχνών που μιλούν για τον πόλεμο, τις εμφύλιες συγκρούσεις, για την ελευθερία ή τη δημοκρατία, την καταπίεση, την επέμβαση στον δημόσιο χώρο, την αίσθηση της ταυτότητας. Θα έλεγα ότι για να “ξεκλειδώσει” κανείς την πόρτα της Μπιενάλε, πρέπει να θυμάται ότι το πολιτικό στοιχείο της πατάει σε δύο πυλώνες: το προσωπικό και το οικουμενικό. Είναι μια ποιητικά πολιτική έκθεση που σκοπεύει να βάλει τον θεατή να πάρει θέση και να συμμετάσχει με τον δικό του τρόπο».

Με αυτά τα λόγια στο μυαλό, ξεκίνησα τη βόλτα μου στα σοκάκια της Πόλης. Πριν ακόμα μπω σε κάποιον εκθεσιακό χώρο, συνάντησα μερικά έργα της Μπουρτσάκ Μπινγκιόλ. Σε κάποια οικοδομήματα της Κωνσταντινούπολης έχει τοποθετήσει ψεύτικες κεραμικές κάμερες παρακολούθησης με φλοράλ μοτίβα. Εξυπνο, πικρό και υπαινικτικό. Πρώτος κύριος σταθμός μου το Δημοτικό Σχολείο των Ρωμιών, ένας από τους κύριους χώρους της Μπιενάλε. Είναι παλιό, όμορφο κτίριο, δίπλα στο Τοπχανέ, στο θαλάσσιο μέτωπο. Παρέα με τον νεαρό ξεναγό που μου διέθεσε η Μπιενάλε, τον 23χρονο Εριν, αρχίσαμε να βλέπουμε τα έργα.

Underground κουλτούρα

Η εκκίνηση ήταν η εντυπωσιακή εγκατάσταση του Πέδρο Γκόμες Εγκάνια, Κολομβιανού που ζει στη Νορβηγία. Το έργο του χωρίζεται σε δύο επίπεδα. Επάνω βλέπει κανείς ένα κανονικό επιπλωμένο σπίτι που «πατάει» σε μια πλατφόρμα πολλών επιφανειών σαν κομμάτια από παζλ. Στο κάτω μέρος, μια σειρά από περφόρμερ μετακινούν αυτά τα κομμάτια μακριά ή κοντά το ένα από το άλλο. Είναι ένα σχόλιο για την underground κουλτούρα, για τις κοινότητες που μπορεί να μην είναι ορατές στο μάτι αλλά αμφισβητούν και κινητοποιούν.

Οι τεράστιες φωτογραφίες του αρχιτέκτονα και φωτογράφου Αλί Ταπτίκ από την καθημερινότητα της Κωνσταντινούπολης είναι γεμάτες δύναμη. Βλέπει κανείς πως μια μεγάλη πόλη 20 και πλέον εκατομμυρίων σε κάνει αίφνης γείτονα με ανθρώπους που δεν έχεις κοινά και όμως συμβιώνεις. Ο Βερολινέζος Ολαφ Μέτζελ, σε μια εγκατάσταση με φτηνές λαμαρίνες που χρησιμοποιούν οι μετανάστες για να φτιάξουν πρόχειρα σπίτια, αναφέρεται στην αέναη ιστορία της μετακίνησης των πληθυσμών και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαβιούν. Στα ζωγραφικά έργα της Αμερικανίδας Αντρεα Τζόις Χάιμερ, με προσεκτική παρατήρηση θα δει κανείς κάθε είδος ενδοοικογενειακής, φυλετικής και κοινωνικής βίας.

Το δυνατότερο έργο κατ’ εμέ ήταν του Ερκάν Οζγκέν, Τούρκου καλλιτέχνη που έφτιαξε ένα σπαρακτικό βίντεο με τίτλο «Wonderland» (Η Χώρα των Θαυμάτων). Σε αυτό, ένας πεντάχρονος κωφάλαλος Σύρος από το Κομπάνι διηγείται μόνο με νεύματα πώς οι μαχητές του Ισλαμικού Κράτους βομβάρδισαν το χωριό του, σκότωσαν τους ανθρώπους και τους καταδίκασαν στη δίψα και την πείνα. Μια συγκλονιστική καταγραφή γεγονότων, ειπωμένων με την ευθύτητα ενός τραυματισμένου παιδιού.

Στο γειτονικό Istanbul Modern, το μουσείο Σύγχρονης Τέχνης με θέα τον Βόσπορο, τα αιχμηρά έργα συνεχίζονται: Η Σουηδή Κλάρα Λίντεν καταπιάνεται με τον δημόσιο χώρο, όπου ένας φράχτης αποκτά αίσθηση σπιτιού στο πίσω μέρος του. Αλληγορία για τα τείχη που υψώνονται ανάμεσα σε χώρες αλλά και για την καταστρατήγηση του δικαιώματος που έχει κάθε άνθρωπος στους ελεύθερους χώρους μιας πόλης, οι οποίοι ανοικοδομούνται συνεχώς. Η Μαροκινή Λατίφα Εκχατς έχει φτιάξει δύο τεράστιες τοιχογραφίες με σκηνές διαδηλώσεων και αναταραχών. Η επιφάνεια του τοίχου είναι ξυσμένη και γρατσουνισμένη, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μόνον αποσπάσματα. Είναι ένα πολύ έντονο έργο που αναφέρεται στην καταστολή, στη βία, στην ανασφάλεια του σημερινού κόσμου.

O Αλγερινός Αντέλ Αμπντεσεμέντ θυμάται τον Πόλεμο του Βιετνάμ με ένα γλυπτό που αναπαριστά το κοριτσάκι-σύμβολο θύμα των βομβαρδισμών με ναπάλμ, στην περίφημη φωτογραφία του 1972. Το Μουσείο του Πέραν έχει και αυτό μεγάλο αριθμό έργων. Ξεχωρίζουν οι εγκαταστάσεις του Αμερικανού Φρεντ Γουίλσον, που χρησιμοποιεί την παλιά οθωμανική τεχνική των ζωγραφισμένων πλακιδίων για να μιλήσει σχετικά με τον αποκλεισμό και τη φυλετική καταπίεση.

Η απάντηση

Φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολη, αισθάνθηκα πως πρέπει να συμφωνήσω με την Μπίγκε Ορερ: η έκθεση είναι καθαρά πολιτική και περιλαμβάνει όλα τα θέματα που απασχολούν σήμερα την ανθρωπότητα με έναν τρόπο ποιητικό και προσωπικό. Οσο για το αν θα έπρεπε η Μπιενάλε να έχει και έργα για το σημερινό κατεστημένο στην Τουρκία, παραθέτω την απάντηση που μου έδωσε ένας Τούρκος επιμελητής: «Πολλοί κριτικοί τέχνης και καλλιτέχνες από το εξωτερικό θεωρούν ότι πρέπει να ξεσηκωθούμε, να επαναστατήσουμε, να τα πούμε όλα με το όνομά τους, αλλιώς συμβιβαζόμαστε, τόσο εμείς όσο και οι θεσμοί τύπου Μπιενάλε. Ε, από τον καναπέ του σπιτιού σου στο Λονδίνο ή το Παρίσι είναι ωραίο να έχεις τέτοια ιδεώδη. Εδώ όμως μπορεί να τα πληρώσεις με βαρύ τίμημα. Καλύτερα να μιλάς υπαινικτικά και να κινείσαι κάτω από το ραντάρ παρά να σιγήσεις».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ