ΜΟΥΣΙΚΗ

Η Κρατική με καλούς μαέστρους και σολίστες

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

O πιανίστας Φραντσέσκο Νικολόζι αναμετρήθηκε με τη δεξιοτεχνική γραφή των Λιστ και Μπουζόνι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Ο 32χρονος Κερκυραίος Γιώργος Μπαλατσινός ανήκει στους πιο ενδιαφέροντες νέους Ελληνες αρχιμουσικούς. Το επιβεβαίωσε στις 20 Οκτωβρίου, διευθύνοντας την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» σε μία «ιταλική βραδιά».

Ο πήχυς μπήκε ψηλά από την αρχή, καθώς οι «Κρήνες της Ρώμης» του Ρεσπίγκι, έργο με το οποίο ξεκίνησε η συναυλία, στηρίζεται με αποφασιστικό τρόπο στην ενορχήστρωση. Εχει ανάγκη από καλούς σολίστες στα πνευστά, αλλά και από διαφάνεια και πλαστικότητα ήχου σε διάφορες ομάδες οργάνων της ορχήστρας, ποιότητες που η Κρατική δεν διαθέτει ακόμη στον απαιτούμενο βαθμό. Ετσι, μπορεί το όμποε του Γιάννη Οικονόμου να συνέβαλε στην ανάδειξη του αισθησιασμού της μουσικής, δεν έβρισκε όμως πάντοτε ανταπόκριση στις ομάδες των εγχόρδων ή των χάλκινων πνευστών. Παρ’ όλα αυτά, ο Μπαλατσινός απέδωσε με αρκετή λεπτομέρεια την κυρίαρχη ατμόσφαιρα κάθε «κρήνης», από τον βουκολικό χαρακτήρα εκείνης στην Ιουλία Επαυλη έως τον θριαμβικό της περίφημης «Κρήνης του τρίστρατου» («Φοντάνα ντι Τρέβι»). Ιδιαίτερα επιτυχής υπήρξε η ανάδειξη των αποχρώσεων του τελευταίου μέρους, του δειλινού στην «Κρήνη της βίλας των Μεδίκων».

Η επιτυχημένη προσέγγιση της τελευταίας «κρήνης» προϊδέασε για τη γεμάτη αποχρώσεις και πλαστικότητα ερμηνεία του «Νυχτερινού» του Μαρτούτσι, με το οποίο ξεκίνησε το δεύτερο μέρος της συναυλίας. Οι ικανότητες του Μπαλατσινού εκτιμήθηκαν ακόμη περισσότερο στη συμφωνική φαντασία «Φραντσέσκα ντα Ρίμινι» του Τσαϊκόφσκι. Η εντυπωσιακή αυτή μουσική σελίδα αποδόθηκε με συναισθηματική ένταση και δύναμη. Οι κλιμακώσεις ήταν εκρηκτικές αλλά καλά ελεγχόμενες, τόσο κατά τη μουσική περιγραφή των δυνάμεων της Κόλασης, στην αρχή και στο τέλος του έργου, όσο και κατά την αφήγηση του πάθους των παράνομων εραστών, όπου η συμβολή του κλαρινετίστα Σπύρου Μουρίκη υπήρξε για ακόμη μία φορά σημαντική.

Περιττή ήταν η «Ισπανική ραψωδία» του Λιστ στη μεταγραφή του Μπουζόνι. Εργο άκρως δεξιοτεχνικό, εμπνευσμένο από τον μουσικό πλούτο της Ιβηρικής, υπήρξε θεματικά και μουσικά παράταιρο στο πλαίσιο του συγκεκριμένου προγράμματος, ενώ το ενδιαφέρον του εξαντλήθηκε στην ικανότητα του πιανίστα Φραντσέσκο Νικολόζι να ανταποκριθεί στη ναρκισσιστική γραφή του Λιστ.

Γνωστές συνταγές

Η ανανέωση ρεπερτορίου ή καλλιτεχνών δεν αποτελεί προτεραιότητα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Για μία ακόμη χρονιά η ορχήστρα συνεχίζει σε μεγάλο βαθμό εφαρμόζοντας δοκιμασμένες συνταγές, προτείνοντας στο ακροατήριο «σιγουράκια», καλούς μουσικούς, οι οποίοι έχουν δώσει δείγματα γραφής αρκετές φορές στο παρελθόν. Ετσι, στις 13 Οκτωβρίου στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» επέστρεψαν η Κινέζα βιολονίστρια Τιάνγουα Γιανγκ και ο Σλοβένος αρχιμουσικός Ούρος Λάγιοβιτς για ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε το δεύτερο Κοντσέρτο για βιολί του Μπέλα Μπάρτοκ και την τρίτη Συμφωνία του Γιοχάνες Μπραμς. Των δύο αυτών σημαντικών έργων προηγήθηκε η «Πεμπτουσία» για ορχήστρα του Φουνγκ Λαμ, γεννημένου στο Χονγκ Κονγκ το 1979. Το σύντομο έργο αποτελείται από σειρά επεισοδίων. Η άρπα, το μεταλλόφωνο, τα χάλκινα πνευστά, τα κρουστά, όπως επίσης ομάδες εγχόρδων, δίνουν σε καθένα από αυτά ξεχωριστό χαρακτήρα, ο οποίος ισορροπεί ανάμεσα σε στοιχεία της πεντατονικής κινεζικής μουσικής παράδοσης και στο τονικό σύστημα της Δύσης.

Στο απαιτητικότατο δεύτερο Κοντσέρτο για βιολί του Μπάρτοκ, η Γιανγκ έλαμψε πραγματικά χάρη στις εντυπωσιακές τεχνικές και δεξιοτεχνικές ευκολίες της, αλλά ακόμη περισσότερο χάρη στον τρόπο με τον οποίο ανέδειξε εκφραστικά τις διαφορετικές μουσικές παραγράφους.

Το έργο συνδυάζει τη δημιουργική ανάγκη του Μπάρτοκ για μια σύνθεση με παραλλαγές ορισμένων μουσικών θεμάτων και την επιθυμία του παραγγελιοδότη βιολονίστα Ζόλταν Σέκελι για ένα συμβατικό κοντσέρτο σε τρία μέρη. Η Γιανγκ πρόβαλε τις υποενότητες, χωρίς να κατακερματίσει τα μέρη. Φώτισε τη μουσική μέσα από τη σταθερά δεμένη μελωδική γραμμή και έναν ήχο, ο οποίος δεν έχανε την εκπληκτική ποιότητά του ούτε στα μέγιστης ταχύτητας άκρως δεξιοτεχνικά εδάφια. Χαρακτηριστική ήταν η επιτυχία της βιολονίστριας στο δεύτερο μέρος, την κατά Μπάρτοκ «νυχτερινή μουσική», της οποίας ανέδειξε επιπλέον την τρυφερότητα και τη διαφάνεια.

Κλασικός Μπραμς

Η ορχήστρα είχε την ευκαιρία να φανερώσει τις ικανότητές της κυρίως στο δεύτερο μέρος τη βραδιάς, στην τρίτη Συμφωνία του Μπραμς. Χάρη στην εμπειρία ενός αρχιμουσικού ο οποίος ξέρει να αποσπά από ένα σύνολο αυτό που ο ίδιος επιθυμεί, ήταν μία από τις λίγες φορές που χάρηκε κανείς τα έγχορδα της Κρατικής, ιδιαίτερα δε τα τσέλα, τα οποία συνεισέφεραν ήχο ομοιογενή και εκφραστικό. Από την αρχή ο Λάγιοβιτς διηύθυνε το έργο με παλμό και μεταδοτική ενέργεια, δίνοντας κίνηση στη μουσική. Ο έλεγχος της δυναμικής συνέβαλε στην αποσαφήνιση της δομής καθώς άρθρωνε τα διαφορετικά επεισόδια, ενώ έδωσε πρόσθετο ενδιαφέρον στην ερμηνεία. Με αυτά τα μέσα αλλά και με σιγουριά σχετικά με την αισθητική της μουσικής του Μπραμς, ο Σλοβένος αρχιμουσικός υπήρξε λυρικός αλλά όχι μελίρρυτος στο τρίτο μέρος και ολοκλήρωσε την πρότασή του με μια ιδιαίτερα φορτισμένη, εκφραστική και έντονα δραματική απόδοση του τελευταίου μέρους της Συμφωνίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ