Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Εσύ πότε θα πάρεις δίπλωμα;

ΕΛΙΣ ΚΙΣ

«Είδα όνειρο πως πηγαίναμε κάπου με το αυτοκίνητό μου. Μόνο που οδηγούσες εσύ», έλεγε πρόσφατα το μήνυμα που έλαβα από έναν φίλο. Είναι αλήθεια, στην πραγματική ζωή δεν οδηγώ. Όμως στα όνειρα μου συμβαίνει συχνά. Πολλές φορές επειδή υπάρχει κάποιου είδους ανάγκη, ενώ ευτυχώς, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, δεν έχω καταλήξει ποτέ σε κάποιο αυτόφωρο, έστω και ονειρικό.

«Εσύ πότε θα πάρεις δίπλωμα οδήγησης;» με ρωτάνε συχνά. Είναι στα σχέδιά μου. Δεν επιτρέπεται, είναι θέμα ανεξαρτησίας, μου λένε. Συμφωνώ. Κάνω όμως κι άλλα πράγματα που μου φαίνονται αρκετά ανεξάρτητα. Στην ερώτηση γιατί δεν έχω βρεθεί ακόμα νομίμως πίσω από κάποιο βολάν, η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος. Ίσα ίσα. Θυμάμαι ότι, μεγαλώνοντας, ένα από τα πιο αγαπημένα μου παιχνίδια ήταν ένα τιμόνι αυτοκινήτου με κουτί ταχυτήτων που λειτουργούσε με μπαταρία και τον απαιτούμενο θόρυβο της «μηχανής». Οι επισκέψεις σε λούνα παρκ είχαν έναν και μοναδικό σκοπό, να πιλοτάρω ένα συγκρουόμενο. Ανυπομονούσα λοιπόν να ξεκινήσω μαθήματα οδήγησης – ιδανικό όχημα στο μυαλό μου τότε (αλλά ακόμα και σήμερα) ένα βρετανικό Morgan για διαδρομές σε κάποια ρομαντική εξοχή. Όταν ήρθε ηλικιακά η ώρα, βρέθηκα σ’ ένα σχετικά μικρό, ήρεμο μέρος για σπουδές και δεν υπήρχε λόγος βιασύνης. Αργότερα, ζώντας και δουλεύοντας σε μεγάλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με επαρκέστατο σύστημα συγκοινωνίας, πάλι δεν χρειάστηκε να ασχοληθώ. Η επιστροφή στην Αθήνα έγινε με οικογενειακό αυτοκίνητο και ένα αίσθημα αισιοδοξίας ότι η ένταξή μου στο κλαμπ των οδηγών ήταν θέμα ημερών, μηνών ή έστω ελάχιστων ετών.

Όμως και στο άλλο κλαμπ, των οδικώς μη ανεξάρτητων, πάντα υπάρχει παρέα. Πόσες φορές στο τέλος μιας βραδιάς αισθάνεσαι ένα είδος χαμογελαστής συνωμοσίας, «α, ούτε εσύ οδηγείς...». Η κατάσταση αυτή μου έδωσε επίσης την ευκαιρία να αναπτύξω κάποιες δυνατές φιλίες, όπως π.χ. με συναδέλφους που τόσο ευγενικά με «έχρισαν» συνοδηγό τους και με τους οποίους αργότερα περάσαμε το τεστ των τεσσάρων τροχών, αλλά και με τους γλυκύτατους γονείς φίλων της κόρης μου που χρόνια τώρα με «σώζουν» στα αλέ-ρετούρ των παιδικών πάρτι. Το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιώ αυτοκίνητο μου δίνει επίσης την ευκαιρία να περπατάω για να διεκπεραιώνω πολλές από τις καθημερινές δουλειές.

Όμως είμαι αναβλητική, χρονοτριβώ και έχω ξοδέψει πολλά χρήματα σε ταξί, κάτι για το οποίο δεν περηφανεύομαι καθόλου. Κι αυτή η πόλη με τρομάζει, γιατί βλέπω ότι έχει φτάσει στο χειρότερό της ίσως σημείο από άποψη νευρικών οδηγών με μηδαμινά όρια υπομονής και, συγχρόνως, στο μάξιμουμ της οδικής αταξίας.

Πριν από μερικά χρόνια έκανα κάποια μαθήματα. Οι πρώτες ώρες με βρήκαν στη Βαρυμπόμπη. Έφτασα να παρκάρω με την όπισθεν. Βγήκα και στην εθνική οδό ακούγοντας ζεϊμπέκικα. Τα παράτησα τελευταία στιγμή όταν έπρεπε να ασχοληθώ με τον ΚΟΚ.

Είναι πλέον αργά; Έχω χάσει μέρος των αντανακλαστικών μου; Ως γονέας προ-έφηβης επιβάλλεται να ξαναπροσπαθήσω. Το οικογενειακό αυτοκίνητο υπάρχει, και μάλιστα είναι και αυτόματο, κάτι που κάποιοι λένε ενδέχεται να βοηθήσει στην περίπτωσή μου. Λείπει ο οικονομικός προγραμματισμός, ο οποίος δεν γνωρίζω αν εξακολουθεί να συμπεριλαμβάνει το επίδομα λαδώματος. Πρόσφατα μίλησα ξανά με τον δάσκαλό μου. «Άντε, έλα», μου είπε ο υπομονετικότατος κύριος Κώστας, «έχουν πέσει και οι τιμές...»

Στο μεταξύ, δεν έμαθα ποτέ με τι ταχύτητα τρέχαμε εκείνη την ημέρα στο όνειρο του φίλου. Κι αυτό γιατί στην ερώτηση «πόσα έγραφε το καντράν;» εκείνος απάντησε μονολεκτικά: «Ξύπνησα». Ίσως κάποια άλλη φορά.       ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ